25/12/10 - 00:00

Μίλτος+: Ο μικρός τουμπερλεκιστής!

Ο ανανεωμένος sportdog μπαίνει σε εορταστικό κλίμα με ένα Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Μίλτου!

Μίλτος+: Ο μικρός τουμπερλεκιστής!
37.432views 0shares

Αυτή τη φορά θα γινόταν. Έτοιμο το είχα το Ματινάκι. Το είχα στριμώξει στον καμαράκι της κυρα-Νούλας της καθαρίστριας, δίπλα στις τουαλέτες τους σχολείου, η γλώσσα μου είχε φτάσει εκεί που χρόνια αργότερα θα φύτρωναν οι φρονιμίτες της, τα χέρια μου είχε γίνει χταπόδια κι απλώνονταν παντού, όλα έμοιαζαν έτοιμα για τη μεγάλη ζωή και...

Ντριν, ντριν...

Τι διάβολο, χτύπησε κουδούνι για μάθημα;

Ντριν, ντριν...

Μα δεν πάω σχολείο. Εδώ και χρόνια. Κουδούνι; Το Ματινάκι καπνός. Όνειρο ήταν. Ντριν - ντριν. Η σημαία σηκωμένη από το όνειρο. Ντριν μια ακόμα. Ποιος χτυπάει πρωί πρωί Χριστουγεννιάτικα; Το κεφάλι καζάνι - ή μήπως κουδούνι - από τα βραδινά ξίδια. Ντριν - ντριν, επιτακτικά. Κάτι έγινε, τι έγινε; "Ποιος είναι;".

"Να τα πούμε;".

Μια γειτονιά ήμασταν. Δεν μπορούσα να πω "μας τά ΄παν άλλοι", ρεζίλι θα γινόμουν. Δεν γινόταν να είχαν έρθει άλλοι πιο νωρίς. Άνοιξα, μη με περάσουν για τσίπη. "Να τα πείτε". Ήταν τα παιδιά της Νίτσας. Η Νίτσα ήταν η γυναίκα του Μήτσου του Μαμούα, αλλά σχεδόν όλοι ήμασταν βέβαιοι πως τα παιδιά ήταν μόνο της Νίτσας. Κι όχι μόνο γιατί ήταν όμορφα και δεν έμοιαζαν του Μήτσου...

"Καλήν εσπέραν άρχοντες...".

Ένας είμαι, δεν είμαι άρχοντας κι είναι πρωί, όχι εσπέρα, γαμώ το φελέκι μου. "Ξανά από την αρχή και να τα πείτε σωστά. Καλήν ημέραν άρχοντα να πείτε".

Το είπαν...

Αλλά στο "κι αν είναι ορισμός σας" απογοητεύτηκα. Τους άφησα να το πουν όλο, μέχρι το "σ΄ αυτό το σπίτι πού ΄ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει". Άρχισα να γουστάρω. Ο μικρός, ο Νικολάκης, φύσαγε μια μελόντικα, ενώ ο μεγάλος, ο Γιώργος, γρατζούναγε μια κιθάρα και τραγούδαγε με το γρέζι του Μάκη Χριστοδουλόπουλου.

Έβαλα ουίσκι, γιατί κάτι είχα ακούσει για ομοιοπαθητική, που έλεγε πως άμα έχεις μεθύσει το βράδυ, πίνεις ένα ποτάκι το πρωί κι έρχεται το κεφάλι στα ίσια του (το στομάχι;).

Κέρασα τα παιδιά κάτι μελοκαμάρωνα και κάτι κουραδιέδες που είχε φροντίσει να αφήσει από την προηγούμενη η μάνα μου, "μην έρθουν να πουν τα κάλαντα και τα κεράσεις ουίσκι, που με τόσο που πίνεις θα με στείλεις στον άλλο κόσμο, άρρωστη γυναίκα". (όπως έχω πει πολλές φορές, δεν ήταν άρρωστη).

"Άλλο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι δεν ξέρετε να παίζετε;", τα ρώτησα. "Κάτι ξέρουμε", είπε ο Γιώργος. "Όσο πιο πολλά παίξετε, τόσο πιο πολλά λεφτά θα πάρετε", είπα κι άρχισαν το ...γλέντι. Μετονόμασαν τον "Ρούτο το ελαφάκι", βάρησαν και τον "Μικρό τουμπερλεκιστή" και μόλις έβαλα το δεύτερο ουίσκι (με δύο θα πετυχαίνει καλύτερα η ομοιοπαθητική), έπιασαν το "Βρε μελαχρινάκι". Στο τρίτο έπαιζαν το "Παντρεμένοι κι οι δυο" κι άρχισα να αναρωτιέμαι μην τυχόν η Νίτσα είχε περάσει καμιά νύχτα με τον Μάκη στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής.

Δεν είχε περάσει...



Ακριβώς στο "γύρνα σε παρακαλώ", χτύπησε ξανά το κουδούνι. Ήταν ο Δεμπασκαλάς. "Τι κάνεις εδώ ρε; Δεν πας καλά. Τι τα ταλαιπωρείς τα παιδιά;", ρώτησε με επικριτική διάθεση. "Γιατί ρε; Δικά σου είναι;", μου ξέφυγε και δαγκώθηκα όταν θυμήθηκα τις περιγραφές του Δεμπασκαλά για τον σκαντζόχοιρο της Νίτσας.

"Δεν πας καλά", μου είπε πάλι και σίγουρα δεν πήγαινα, γιατί μετά το ...προεορταστικό βράδυ της παλιοπαρέας στο νέας εσοδείας Ρωσιδάδικο, είχε ήδη "σφίξει" τρία πρωινά και είχα πάθει πολύ ...ομοιοπαθητική, καθότι ήμουν πλέον ομοίως παθών. Ντίρλα...

"Δεν θα πάνε πουθενά. Βαράτε ρε, όσα ξέρετε".

Και βάρησαν...

Και ο Δεμπασκαλάς πήρε τηλέφωνο τον Φώτη κι εκείνος όσους ήξερε. Και μέσα σε δυο ώρες στο σπίτι μου είχαν μαζευτεί όλα τα κακοποιά στοιχεία της γειτονιάς. Μόνο η Δωροθέα η Ζαβή δεν είχε έρθει. Ήταν εκεί, όμως, ο Πέτρος της Κουφής, ο κυρ-Νίκος ο Κολλαμίας, ο Μαστρομανέλος και κάμποσοι ακόμα. Και κάποια στιγμή, κοντά στο μεσημέρι, εμφανίστηκε κι η Νίτσα, που έψαχνε τα παιδιά της.

Αυτή τα έψαχνε, αλλά ήδη έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, αφού μόλις απόκαμαν ο Νικολάκης με τον Γιώργο, πήρε φωτιά το πικάπ. Πάντως, τα πιτσιρίκια είπαν μέχρι και τον "Αμάραντο" και την "Παπαλάμπραινα", την τελευταία κατόπιν επιθυμίας του Μαστρομανέλου και παρότι και τα δύο έλεγαν πως δεν την ήξεραν: "Θα την πείτε. Είπα"!

Την είπαν, επειδή είπε! Τι έλεγαν, δεν λέγεται...

Ούτε λέγεται πώς κατέληξε εκείνη η παραμονή Χριστουγέννων. Εγώ δεν θυμάμαι για να το πω, ενώ ο Φώτης που θυμάται, ισχυρίζεται πως κάποια στιγμή μπούκαρε στο σπίτι ο Μήτσος ο Μαμούας κι είδε τη Νίτσα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και τον Δεμπασκαλά πάνω στην καρέκλα, να χορεύουν και να τραγουδάνε "Μ΄ αγαπάς; Σ΄ αγαπώ πολύ. Τι ζητάς; Ένα σου φιλί".

Εκεί σχόλασε το γλέντι, γιατί άρχισε άλλο γλέντι...

Μέχρι να ξεχάσω εκείνα τα Χριστούγεννα, εγώ, ο Μίλτος, νά ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Ο Μίλτος θα είναι κοντά σας τις πρώτες μέρες του νέου έτους, μέσα από τις σελίδες του γκαζέτα.τζιάρ. Ως τότε αλλά και ...μετά, όλο και κάπου εδώ γύρω θα βρίσκεται...

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK