10/02/11 - 01:11

Κάτω από την κουκούλα το απόστημα θέριευε

Ο Μίλτος, ο νταλικέρης, γράφει στο blog του στο gazzetta.gr για την καλή και την ανάποδη όψη του νομίσματος από το πέρασμα του Ότο Ρεχάγκελ από το ελληνικό ποδόσφαιρο και θέτει κάποια ερωτήματα που ως γνωστόν θα μείνουν αναπάντητα από τους ιθύνοντες του αθλητισμού στη χώρα μας…

Κάτω από την κουκούλα το απόστημα θέριευε
24.645views 0shares

Η παρακολούθηση φιλικού αγώνα της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου είναι σαν κάτι γιορτές που πηγαίναμε παλιά από υποχρέωση, σε κάτι μπαρμπάδια και κάτι θείτσες που άνοιγαν το σαλόνι τους μόνο σε δύο περιπτώσεις το χρόνο (αν δεν μεσολαβούσε καμία κηδεία).

Καθόμασταν τότε σε κάτι ετοιμόρροπες καρέκλες, πίναμε ένα λικέρ περγαμόντο που «το 'φτιαξα με τα χεράκια μου», όπως έλεγε η θείτσα, μασουλάγαμε κι ένα σοκολατάκι Τζοκόντα και ευχόμασταν το τελευταίο να μην είναι από πρόπερσι και να μην έχει λήξει για να μη μας πιάσει τσιρλιό. Μετά χαιρετάγαμε τον μπάρμπα και τη θεια «και του χρόνου να 'μαστε καλά» και φεύγαμε χορτάτοι, αφού προηγουμένως είχαμε διασκεδάσει… διακριτικά.

Αντίστοιχου ενδιαφέροντος είναι και τα φιλικά της Εθνικής. Όσο διασκεδάζεις με αυτά, άλλο τόσο απολαμβάνεις να παρατηρείς με τις ώρες τις γραμμές του τρένου σε μέρα απεργίας του Οσέ.

Ευτυχώς το φιλικό με τον Καναδά στη Λάρισα μας έδωσε και δυο «τσαφ τσουφ» από το τρένο που λέγαμε πριν ως τροφή για σκέψη. Το ένα από αυτά ήταν η υποδοχή του κόσμου της Λάρισας στο γεμάτο νέο γήπεδο της Αέλ, που υπ-έδειξε γι' ακόμα μία φορά στην Έπο ότι η έδρα της Εθνικής δεν μπορεί να είναι άλλη από την ελληνική επαρχία. Και όχι φυσικά το Οάκα, το οποίο με δέκα χιλιάδες νοματαίους στις εξέδρες θυμίζει διαλυμένη διαδήλωση.

Το άλλο, και πιο σημαντικό, στοιχείο του φιλικού με τον Καναδά ήταν η παρουσία του κυρ Ότο στις εξέδρες. Δεν αναφέρομαι ούτε στις τιμές ούτε στα βραβεία (έτσι, σε φιλικά της πλάκας, τιμάει η Έπο ολόκληρο Ρεχάγκελ;), γιατί όσο τα έχουμε μπουχτίσει εμείς, τα έχει μπουχτίσει κι αυτός. Αναφέρομαι στον Γερμανό γιατί τώρα, αρκετούς μήνες μετά την αποχώρησή του, χωρίς συναισθηματισμούς πια, μπορούμε να αρχίσουμε να αναλύουμε σιγά σιγά την προσφορά του (εντάξει, με τις εμμονές του και τα σκαλώματά του).

Να αναλογιστούμε το καλό και το κακό που -άθελά του στη δεύτερη περίπτωση- έκανε στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Το καλό ή μάλλον τα καλά, είναι προφανή. Μας πήρε από το μηδέν και μας έκανε κάτι. Τι κάτι; Πρωταθλητές Ευρώπης και τακτικούς θαμώνες των μεγάλων ραντεβού του διεθνούς ποδοσφαίρου, όπως το Γιούρο και το Μουντιάλ. Ούτε που τα φανταζόμασταν αυτά πριν. Παράλληλα, σταθεροποίησε την Εθνική στις υψηλές θέσεις της λίστας με τις κορυφαίες ομάδες του πλανήτη, ενώ άνοιξε και τις πόρτες για τους ποδοσφαιριστές:

α) Σε όσους είχαν ταλέντο, ώστε να αγωνιστούν σε ομάδες του εξωτερικού και να διακριθούν.
β) Σε όσους είχαν λιγότερο ταλέντο και καλύτερους μάνατζερ, ώστε να παίξουν σε μεγάλες ομάδες και να κονομήσουν.
γ) Σε μεγάλους ποδοσφαιριστές που όταν άκουγαν «πρόταση από την Ελλάδα» απαιτούσαν «πες τώρα και το νέο ανέκδοτο με τον Μπόμπο». Είδαμε και τέτοιους στο φτωχό ελληνικό πρωτάθλημα, εξαιτίας της διαφήμισης που μας έκανε η επιτυχημένη πορεία της Εθνικής επί κυρ Ότο.

Όλα αυτά, οι επιτυχίες, η δόξα και οι εισαγωγές-εξαγωγές ταλέντων είναι η μία πλευρά της επιρροής του Γερμανού στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Γιατί ακριβώς αυτή η ίδια, η καλή πλευρά, είναι σαν τα νομίσματα: έχει κι άλλη όψη.

Εξαιτίας όλων αυτών των ευχάριστων, τα μεγάλα κεφάλια (μήπως... οι κεφάλες;) του ελληνικού ποδοσφαίρου θεώρησαν πως το θαύμα μπορεί να διαρκέσει για πάντα ή απλώς αδιαφόρησαν για την επόμενη μέρα. Ο θρίαμβος της Εθνικής κουκούλωσε όλα τα προβλήματα. Και κάτω από την κουκούλα το απόστημα θέριευε. Δεν γινόταν τίποτα για να αποκτηθεί τεχνογνωσία, τίποτα για τις υποδομές, τίποτα για την παραγωγή νέων ταλέντων, τίποτα για την εκπαίδευση του «πελάτη», τίποτα για τον ίδιο τον «πελάτη», που έχανε χρόνο με το χρόνο την «ταυτότητά» του.

Παράλληλα, μέσα στην κουκούλα συνέχιζαν ανενόχλητοι να παρεισφρέουν, να δολοπλοκούν και να εγκληματούν, παράγοντες που μόνο σκοπό είχαν την προσωπική τους προβολή ή την κονόμα. Το αύριο μπορούσε να περιμένει.

Και το σπυρί μεγάλωνε...

Με τον τρόπο αυτό το ποδόσφαιρό μας έπαψε οριστικά να είναι ένα άθλημα που απευθύνεται σε φιλάθλους κι έγινε ένα άθλιο προϊόν απευθυνόμενο στο καφριλίκι, το οπαδιλίκι και τα κάθε λογής ξεσπάσματα.

Όλο αυτό το σκηνικό με το ξαφνικό φούσκωμα και το επίσης ξαφνικό (αλλά αναμενόμενο) ξεφούσκωμα του ελληνικού ποδοσφαίρου, θυμίζει τον καλοπερασάκια που έχει γίνει διακόσα κιλά αηδία από τη μάσα και το πιοτί και που απολαμβάνει τον «θρίαμβό» του μέχρι τη στιγμή που έρχεται το έμφραγμα ή η ανακοπή.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο το έχει πάθει το έμφραγμα. Εκτός κι αν θεωρείτε πως αυτό το χτικιό που βλέπουμε κάθε Σαββατοκύριακο στα γήπεδά μας είναι ο ορισμός της υγείας.

Και κατόπιν όλων αυτών αναρωτιέμαι:
Μήπως τελικά μας έκαναν κακό οι καλές προθέσεις και η σπουδαία προσφορά του κυρ Ότο;
Μήπως ο μύθος του 2004 μάς παραμύθιασε για τα καλά;
Μήπως δεν τη σήκωνε ο απαίδευτος οργανισμός μας τόση επιτυχία;
Και… μήπως τελικά από όλη αυτή την -στα λόγια- «ανάπτυξη», αναπτύχθηκαν ΜΟΝΟ οι «προαγωγοί» που βγάζουν στο κλαρί το ελληνικό ποδόσφαιρο;

Μέχρι να βρω τις απαντήσεις, εγώ ο Μίλτος να ‘μαι καλά…
 

ΠΗΓΗ: www.gazzetta.gr