Ολόκληρο σενάριο για κινηματογραφική ταινία θα μπορούσε να γραφτεί με την ιδιαιτέρως, ιδιόρρυθμη ζωή του Ιταλού Τζανμάρκο Ταμπέρι που ονειρευόταν να γίνει Ροκ Σταρ, μετά μπασκετμπολίστας (του… Nba), τελικά καταφέρνοντας, το ίδιο να μπει στην Ιστορία του ύψους ως ένας από τους ελάχιστους του αγωνίσματος που κατέκτησαν έξι χρυσά μετάλλια, και στις έξι μεγάλες διοργανώσεις του παγκοσμίου Στίβου.

Το χρυσό που κατέκτησε, με επίδοση 2.36 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ανοικτού Στίβου της Βουδαπέστης ήταν το μοναδικό που έλειπε από το ήδη πλούσιο του palmares, μετά τα χρυσά του ’16 στο Άμστερνταμ, και του ’22 στο Μόναχο, στο Ευρωπαϊκό Ανοικτού Στίβου, του ’16 στο Παγκόσμιο Κλειστού του Πόρτλαντ, του ’19 στο Ευρωπαϊκό Κλειστού της Γκλασγκόβης, κυρίως του 2020 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο (άσχετα εάν λόγω Covid έγιναν το ’21), όταν μοιράστηκε, στα 2.37 το πολύτιμο μέταλλο με τον εξίσου μεγάλο Καταριανό άλτη, Μουτάζ Μπαρσίμ.

 Δεν είναι και λίγο πράγμα να πρωταγωνιστείς, από το ’11 μέχρι σήμερα σ’ ένα από τα πλέον δύσκολα, αλλά και γοητευτικότερα αγωνίσματα του «βασιλιά των σπορ». Κυρίως γιατί, μέχρι το 2010 ο Ταμπέρι ξημεροβραδιαζόταν στα παρκέ με μία μπάλα του μπάσκετ με την ελπίδα να γίνει ο επόμενος Μάτζικ Τζόνσον. Αλλά και γιατί, σε ταρτάν του στίβου ζήτημα να είχε μπει, μετρημένες στα δάκτυλα, φορές για να παρακολουθήσει το πώς προπονούσε τους υπόλοιπους άλτες ο πατέρας του Μάρκο, άλλοτε αθλητής, αλλά με μεγαλύτερή του επιτυχία μία 15η θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του ’80, στη Μόσχα.

 Μία ωραία, λοιπόν ημέρα και αφού συνειδητοποίησε ότι το τηλεφώνημα από το Nba δεν επρόκειτο να έρθει ποτέ, ο Τζανμάρκο ζήτησε από τον πατέρα του να του μάθει την τεχνική Φόσμπιουρι μήπως και κατάφερνε να ξεκολλήσει από την πορτοκαλί μπάλα. Κι αυτό ήταν. Έκτοτε, και με εξαίρεση δύο σοβαρούς τραυματισμούς που τον κράτησαν ένα χρόνο εκτός δράσης, χάνοντας και τους Ολυμπιακούς του Ρίο, ο Ταμπέρι είναι σταθερά στην πρώτη 3άδα του παγκόσμιου ύψους αν και γνωρίζει ότι το όνειρο να πλησιάσει το, επί 30 χρόνια, εξωπραγματικό ρεκόρ, με 2.45 του Κουβανού, Χαβιέρ Σοτομαγιόρ θα παραμείνει μία ρεαλιστική ουτοπία.

 

 Αν και προσπάθησε, μία και μοναδική φορά να τολμήσει το ακατόρθωτο, με δραματικές όμως συνέπειες. Ήταν το ’16 στο Diamond League του Μοντεκάρλο, ο Ταμπέρι είχε μόλις «πετάξει» στα 2.39, την καλύτερή του, προσωπική επίδοση, ζήτησε να τοποθετηθεί ο πήχης στα 2.41, πήρε φόρα, αλλά την κρίσιμη στιγμή ο αστράγαλός του κλάταρε, λύγισε και για τον επόμενο χρόνο κυκλοφορούσε με πατερίτσες. Αντίθετα, το (τριπλό, παγκόσμιο) ρεκόρ που ο Σοτομαγιόρ πέτυχε στην ισπανική Σαλαμάνκα, καλυτερεύοντας το προσωπικό του 2.44, του ’89 στο Σαν Χουάν και το 2.43 του ’88, πάλι στη Σαλαμάνκα, σχεδόν το άγγιξε ο Μπαρσίμ το ’14 στις Βρυξέλλες με 2.43.

 Ανεξάρτητα από το ποιος ή το εάν θα καταφέρει να καταρρίψει ποτέ ένα από τα μακροβιότερα (μαζί μ’ εκείνο της Κρατοσβίλοβα στα 800μ.), παγκόσμια ρεκόρ στην Ιστορία του Στίβου, ο Ταμπέρι έχει ήδη κερδίσει μία ξεχωριστή θέση στο αγώνισμα, αλλά και στις καρδιές των θεατών που κάθε φορά περιμένουν με αγωνία πιο θα είναι το επόμενο σόου του ιδιόρρυθμου Ιταλού.

 Τη μία θα εμφανιστεί με ξυρισμένο το μισό του πρόσωπο, και το άλλο μισό με γένια τριών ημερών. Την άλλη, μ’ ένα μοβ παπούτσι, με λευκή κάλτσα, κι ένα πορτοκαλί, με μαύρη. «Δεν είναι μέρος του σόου, διαβεβαιώνει ο ίδιος, αλλά μίας προληπτικής διαδικασίας, γιατί κάποτε, από το άγχος του αγώνα ξέχασα να ξυρίσω τη μία πλευρά και κέρδισα το χρυσό. Έκτοτε, το κάνω επίτηδες, για γούρι: μόνο όμως στο ταρτάν»…