Ο λόγος για τον Αλεξάντρε Ντακόλ, παίκτη πλέον της σκωτσέζικης Χάμιλτον, που έδωσε μία άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην οποία μίλησε, μεταξύ άλλων, για την πατρίδα του, το μείζον ζήτημα των ναρκωτικών...

Γεννημένος στο Ριμπεϊράο Πρέτο στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας, ο 29χρονος επιθετικός δεν έχει περάσει ούτε μία μέρα της ζωής του χωρίς να ευχαριστεί το… τυχερό του άστρο που τον έχει βοηθήσει από την αρχή της ζωής του, έως και σήμερα, να μην υποκύψει στον εφιάλτη των ναρκωτικών. Όπως δήλωσε, μάλιστα, έχει δει παιδικούς του φίλους να χάνουν, τόσο άδικα, τη ζωή τους, εξαιτίας της σκληρής αυτής μάστιγας. Ο Ντ’ακόλ μεγάλωσε δίπλα στις λεγόμενες «φαβέλες», στις κακόφημες παραγκουπόλεις και, όπως είναι φυσικό, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προνομιούχος όσον αφορά την ανατροφή του.

Πράγματι, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, αν δεν είχε «οδηγητή» του την ισχυρή ηθική πυξίδα των γονιών του, η ζωή του θα μπορούσε, κάλλιστα, να έχει πάρει άλλο μονοπάτι… «Έζησα μέσα στις φαβέλες, αλλά το υπόβαθρό μου, δόξα τω Θεώ, ήταν πολύ καλό. Η οικογένειά μου μού έδωσε την υποστήριξη που χρειαζόμουν. Μεγάλωσα με μια χριστιανική εκπαίδευση και ευχαριστώ τον Θεό γι 'αυτό. Αισθάνομαι πραγματικά ευλογημένος. Πολλοί από τους φίλους μου έχουν πεθάνει, επειδή χρωστούσαν χρήματα σε εμπόρους ναρκωτικών. Να σημειώσω πως οι έμποροι ναρκωτικών δεν έκαναν χρήση ουσιών. Οι γονείς μου μού είχαν μιλήσει για τα ναρκωτικά, μου είχαν πει ότι ήταν λάθος.

Πολλοί από τους φίλους μου έχουν πεθάνει, επειδή χρωστούσαν χρήματα σε εμπόρους ναρκωτικών. Να σημειώσω πως οι έμποροι ναρκωτικών δεν έκαναν χρήση ουσιών

Όλα έχουν να κάνουν με τη διδασκαλία και την εκπαίδευση. Ο κύριος λόγος για τα τόσα πολλά προβλήματα στη Βραζιλία είναι η εκπαίδευση. Αν ένα παιδί δεν εκπαιδευτεί σωστά, το μόνο σίγουρο είναι πως θα έχει προβλήματα στη ζωή του. Δυστυχώς, τα μικρά παιδιά δεν είναι αρκετά έξυπνα για να πουν «όχι». Μια κακή απόφαση μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή τους. Η εκπαίδευση είναι ένα όπλο υψίστης σημασίας που μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε κατά του εγκλήματος αυτού».

Εν συνεχεία, μίλησε για την οργή που τον κατακλύζει για την αληθινή εικόνα, τη «γυμνή» αλήθεια, της Βραζιλίας: «Η φτώχεια στη Βραζιλία είναι τεράστια. Φυσικά υπάρχουν πλούσιοι άνθρωποι, αλλά οι Βραζιλιάνοι νιώθουν ακατάσχετη ντροπή για την κυβέρνησή τους. Αισθάνομαι ντροπή που οι πολίτες της χώρας μου πληρώνουν υψηλούς φόρους, αλλά δεν παίρνουν τίποτα πίσω, όσον αφορά την υγεία και την εκπαίδευση.»

Φανερά τασσόμενος υπέρ αυτών που βγήκαν στους δρόμους και διαμαρτυρήθηκαν στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, δήλωσε: «Συμφώνησα μαζί τους, διότι η κυβέρνηση δεν επενδύει στην εκπαίδευση και την υγεία. Η δημόσια υγεία είναι ένα ζήτημα τρομακτικό! Ένας άνθρωπος θα λάβει την απαραίτητη προσοχή, μόνο εάν είναι κοντά στο θάνατο! Αν κάποιος είναι άρρωστος και χρειάζεται φροντίδα, τότε θα πρέπει να περιμένει για μήνες. Συγκεκριμένα, η μητέρα μου χρειάστηκε να εισαχθεί μία φορά, παλαιότερα, στο χειρουργείο – πηγαίνοντας, μάλιστα, σε ιδιωτικό νοσοκομείο - και έπρεπε να περιμένει δύο μήνες! Απλά φανταστείτε πώς είναι η δημόσια υγειονομική περίθαλψη… Οι διαμαρτυρίες πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν ακριβώς γι 'αυτόν τον λόγο - τα τεράστια χρηματικά ποσά που δαπανώνται για το ποδόσφαιρο, όταν η υγεία είναι εξαθλιωμένη. Είναι τόσο κρίμα, ειλικρινά! Η Βραζιλία θα έπρεπε να είναι μια πλούσια χώρα και έχει πραγματικά καλούς ανθρώπους.»

Όντας εξόριστος από την πατρίδα του, από τη στιγμή που εντάχθηκε στην ομάδα του Ολυμπιακού το 2004 - όταν και ξεκίνησε το ταξίδι της διαμονής του στην Ελλάδα, το οποίο και διήρκησε 11 έτη - ίσως έκανε κάποιους να σκεφτούν πως οι δεσμοί του Ντ’ακόλ με τη Βραζιλία θα έχουν πια χαλαρώσει. Παρ’όλα αυτά, συνέχισε να επισκέπτεται μία φορά τον χρόνο την οικογένειά του και φαίνεται πως υπάρχει κάτι στη Βραζιλία του σήμερα, έστω και μικρό, που τον κρατάει ακόμη στο πλευρό της.

«Πολλοί με ρωτάνε αν θα γύριζα στη Βραζιλία. Θα έλεγα πως όχι, αλλά η οικογένειά μου αποτελεί ισχυρό κίνητρο για μία ενδεχόμενη επιστροφή. Πήγα τον περασμένο Ιούνιο για την καθιερωμένη μου ετήσια επίσκεψη. Δεν μπορώ να πω πως αισθάνομαι σαν το σπίτι μου. Τις πρώτες εβδομάδες, ένιωσα λίγο χαμένος... Καθώς περνούσαν οι μέρες, άρχισα να το συνηθίζω. Ζω μακριά από το σπίτι μου εδώ και πολύ καιρό. Αισθάνομαι 100% Βραζιλιάνος, αλλά δεν είναι το σπίτι μου πια. Με ρωτάτε αν θα ήθελα να πάω πίσω και, ναι, θα ήθελα για την οικογένειά μου, αλλά δεν θα πάω εξαιτίας της βίας. Η κατάσταση είναι τραγική. Δεν θέλω να τρομάξω τον κόσμο, μα η πραγματικότητα είναι πως αποτελεί μία από τις πλέον επικίνδυνες χώρες.

Ο πατέρας μου, Ζοσέ, έχει πέσει θύμα ληστείας πέντε φορές. Δουλεύει σε κτηματομεσιτικό γραφείο και μία φορά, παρά λίγο, να τον σκοτώσει ένας ληστής χτυπώντας τον δυνατά με όπλο στο κεφάλι. Ο μόνος λόγος που κατάφερε να σωθεί είναι επειδή το όπλο είχε εμπλοκή και δεν πυροδοτήθηκε. Αυτό συνέβη πριν από 13 χρόνια. Στη Βραζιλία, όταν ρωτάς κάποιον πώς ήταν η μέρα του, θεωρείται απολύτως φυσιολογικό να σου απαντήσει «με λήστεψαν, αλλά δεν πειράζει, ας πάμε για μια μπύρα». Είναι τόσο φυσιολογικό όσο και το να τσεκάρεις τη σελίδα σου στο Facebook.».

Metrosport.gr