12/05/11 - 15:06

ΠΑΟ: Μπάσκετ Vs ποδόσφαιρο!

O Κώστας Βαϊμάκης κάνει μια ευθεία σύγκριση ανάμεσα στο υπερεπιτυχημένο τμήμα μπάσκετ του Παναθηναϊκού και το απογοητευτικό ποδοσφαιρικό. Διαβάστε το θέμα και βγάλτε τα συμπεράσματά σας...

ΠΑΟ: Μπάσκετ Vs ποδόσφαιρο!
36.043views 0shares

Αναλυτικά το άρθρο του:

Ας αφήσουμε για μια φορά έξω απ’ τη συζήτηση τις προφανείς διαφορές ανάμεσα σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ, τα μπάτζετ, την απήχηση που έχουν τα δύο αθλήματα στον κόσμο. Κι ας κάνουμε μια ευθεία σύγκριση ανάμεσα στο υπερεπιτυχημένο τμήμα μπάσκετ του Παναθηναϊκού και το απογοητευτικό ποδοσφαιρικό τμήμα. Θα καταλάβουμε ότι κάποια πράγματα εξηγούνται εύκολα, αν δεν ψάχνεις για δικαιολογίες και προφάσεις.

Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Παύλος και Θανάσης Γιαννακόπουλος. «Οι δικοί σας άνθρωποι», όπως αυτοπροσδιορίζονται συχνά. Πήραν το μπάσκετ του Παναθηναϊκού σε μια περίοδο δύσκολη από κάθε άποψη, έβαλαν λεφτά τα οποία αρχικά δεν είδαν να πιάνουν τόπο (πέρα από ένα Κύπελλο το ‘93), αλλά εκείνοι δεν απογοητεύτηκαν. Εβαλαν ακόμα περισσότερα, πανηγύρισαν το πρώτο Ευρωπαϊκό του ‘96 και βρήκαν την υγειά τους όταν οι διάφοροι Μάλκοβιτς, Παβλίσεβιτς και Σία πήγαν στην ευχή του Θεού και έφεραν στην «οικογένεια» τον Ομπράντοβιτς. Εκτοτε οι «κούπες» έγιναν συνήθεια, το ΟΑΚΑ θα πρέπει σύντομα να ανακαινιστεί για να χωράνε τα λάβαρα και οι φωτογραφίες των επιτυχιών και οι ίδιοι συνεχίζουν. Για πόσο; Θα δούμε, καθώς ο Παύλος άφησε ανοιχτό το παράθυρο της αποχώρησης. Οσο είναι εδώ, όμως, θα είναι εδώ και η ηρεμία, η ασφάλεια (όχι μόνο οικονομική) και ο απόλυτος σεβασμός στα «θέλω» του προπονητή. Ακόμα κι αν οι επιλογές του αρχικά «ξενίζουν», ακόμα κι όταν τον ρωτάνε αν θέλει να του πάρουν παίκτη κι εκείνος λέει «όχι» ή αφήνει στην εξέδρα ένα κάρο εκατομμύρια ευρώ, για να μην του χαλάει η συνταγή, όπως έκανε κάποτε με τον Ντελκ και τον Γιαβτόκας. Ναι, καλά θυμάστε, τη χρονιά που σήκωσε η ομάδα ένα από τα 6 Ευρωπαϊκά της.

Πολυμετοχικότητα. Παύλος και Θανάσης και εδώ, αλλά με μικρότερα ποσοστά και «φωνή» που είτε δεν ακούγεται δυνατά είτε πνίγεται στα «θέλω» των υπόλοιπων μετόχων (Γιάννης Βαρδινογιάννης, Ανδρέας Βγενόπουλος, Νίκος Πατέρας και λοιποί μικρομέτοχοι). Ενα σχήμα που ξεκίνησε με όνειρα και υποσχέσεις ως το πολυτελές καράβι που θα ταξίδευε τις Παναθηναϊκές καρδιές και κοπιάρισε την ιστορία και τη διαδρομή του Τιτανικού: τρία χρόνια μετά το πρώτο του ταξίδι έχει μείνει ακυβέρνητο, περιστοιχισμένο από παγόβουνα, νάρκες και ξέρες και μοιάζει να μπαίνει σε ένα ποδοσφαιρικό «Τρίγωνο των Βερμούδων», από το οποίο κανείς δεν ξέρει πώς και πότε θα βγει.

Ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ

Ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς δεν χρειάζεται συστάσεις. Ούτε τώρα ούτε όταν ήρθε. Από τότε μέχρι σήμερα, που έχουν περάσει καμιά ντουζίνα χρόνια, είναι πάντα κυνηγός της τελειότητας, κοκκινίζει σαν την καραβίδα ακόμα και σε παιχνίδια που η ομάδα κερδίζει με 30 πόντους διότι δεν έγινε μια κομπίνα όπως την είχε ζητήσει και ξέρει να παίρνει το 200% από κάθε παίκτη του. Αντε, σχεδόν από κάθε, αφού πρέπει να εξαιρέσουμε ευγενικά τον Τέπιτς. Με τον Ιτούδη δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια, δεν έχει απλώς έναν συνεργάτη που μιλάει τη γλώσσα του και τον διευκολύνει στην επικοινωνία με τους υπόλοιπους, αλλά έναν άριστο τακτικιστή που μελετάει αγώνες με τις ώρες, τον βοηθάει να προετοιμάσει το κάθε παιχνίδι και δεν αφήνει να πέσει κάτω ούτε μισή λεπτομέρεια. Ούτε ο Ζεσουάλντο Φερέιρα χρειαζόταν συστάσεις όταν ήρθε: η δουλειά του στην Πόρτο και η μεγάλη εκτίμηση που χαίρει στην Πορτογαλία θα έπρεπε να είναι αρκετά. Ο Πορτογάλος, όμως, ήρθε πριν από λίγους μήνες. Πιο πριν ήταν άλλος στον πάγκο της ομάδας και λίγο πιο πριν άλλος και αύριο-μεθαύριο θα είναι άλλος και πάει λέγοντας. Μεγάλος άνθρωπος σε ηλικία και με διαφορετικές παραστάσεις, δεν μπόρεσε να «κουμπώσει» ούτε με την τρέλα των ελληνικών γηπέδων, τις μπούκες και τις καφρίλες, ούτε να τρίξει τα δόντια στους παίκτες, να τους κερδίσει, να τους κάνει να παίξουν γι’ αυτόν, να σπάσει τα «αποστήματα» στα αποδυτήρια και να επιβάλει τον δικό του νόμο. Πιθανότατα θα φύγει σύντομα και θα μείνουμε με την απορία: ήταν ένας ακόμα καλός προπονητής που πέρασε και δεν ακούμπησε και πήγε τελικά κι αυτός «άκλαυτος» ή δεν ήταν «καλός για μας»;

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ

Δημήτρης Διαμαντίδης. Τελεία και παύλα. Και μόνο που στη συνείδηση των περισσότερων συγκρίνεται ή και ξεπερνά τον Νίκο Γκάλη, το μεγαλύτερο «τοτέμ» και σημείο αναφοράς του ελληνικού μπάσκετ, φτάνει και περισσεύει. Παικταράς, ολοκληρωμένος αθλητής, σκίζεται για την ομάδα, αδιαφορώντας για την προσωπική του προβολή, αλλά όσο κι αν δεν την επιζητεί, εκείνη τον βρίσκει: τα σάρωσε όλα φέτος σε ομαδικές και ατομικές διακρίσεις, του βγάζουν το καπέλο όλοι οι αντίπαλοι προπονητές και παίκτες, οι οποίοι όσο προσπαθούν να τον απομονώσουν και να τον βγάλουν εκτός παιχνιδιού τόσο τον βλέπουν να τους τιμωρεί. Στα 31 του πλέον, παίζει με την ίδια ενέργεια που είχε στα 25 του και με μυαλό και εμπειρία 50χρονου.

Ο Τζιμπρίλ Σισέ είναι γεννημένος αρχηγός. Και νικητής. Σιχαίνεται να χάνει, βγαίνει μπροστά στα δύσκολα, προσπαθεί να συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους, τα λέει έξω απ’ τα δόντια, είναι επικοινωνιακός και διάσημος εντός κι εκτός Ελλάδας. Τα πράγματα που έχει κάνει στα δύο χρόνια που είναι στον Παναθηναϊκό είναι διαστημικά. Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: για να δείξει την αξία του, για να κάνει τη δουλειά του, πρέπει να δουλέψει σωστά όλη η ομάδα -επιθετικός γαρ. Αν δεν τροφοδοτηθεί σωστά, αν δεν πάρει πάσες χαμηλά και μπροστά του κι όχι 6 μέτρα ψηλά ή δυο στρέμματα μπροστά του, θα είναι αναγκασμένος να τρέχει άσκοπα, να κουράζεται και να βολοδέρνει. Θα έπρεπε να έχει έναν «Σισέ» στα χαφ, να τον «ταΐζει» καλύτερα, ώστε να δώσει ακόμα περισσότερα, αλλά πού να τον βρεις; Πιθανότατα θα φύγει το καλοκαίρι γι' άλλες πολιτείες, εκεί που θα βρει μια ομάδα με κανονική διοίκηση, γήπεδα που θα παίζεται ποδόσφαιρο κι όχι αμπάριζα και ποδοσφαιρική κουλτούρα κανονικών ανθρώπων κι όχι ανθρώπων του Νεάτερνταλ.

ΟΙ «ΕΞΥΠΝΕΣ ΒΟΜΒΕΣ»

Ο Ρομέιν Σάτο ήταν ο παίκτης που επέλεξε ο Ομπράντοβιτς για να αντικαταστήσει τον Σπανούλη που αποχώρησε. Στα χαρτιά τουλάχιστον, αφού ο Κεντροαφρικανός είναι παίκτης με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον Σπανούλη: λιγότερο μπουκαδόρος, όχι τόσο διεισδυτικός ντριμπλέρ, όχι μάστορας του «ένας εναντίον ενός» ή παίκτης που θα πάρει την τελευταία επίθεση. Απ’ την άλλη, όμως, τρομερός αθλητής, «χτιστός», αλτικός όσο δεν πάει, παίζει σκυλίσια άμυνα, παίρνει όσα ριμπάουντ παίρνουν και οι ψηλοί και είναι αξιόπιστος σουτέρ από την περιφέρεια. Αλλοτε σε θέση «δύο» κι άλλοτε «τρία», βοήθησε την ομάδα του ουσιαστικά και τον προπονητή του να αλλάζει σχήματα και να επιλέγει πεντάδες που να χωράνε αυτοί που του έκαναν για την κάθε φάση του εκάστοτε αγώνα. Ο Σίντνεϊ Γκοβού ήρθε ως η μεγάλη μεταγραφική επιτυχία του καλοκαιριού και θα φύγει σε λίγο καιρό ως η μεγαλύτερη απογοήτευση των τελευταίων ετών. Με απολογισμό 2,5 καλά παιχνίδια σε ολόκληρη τη χρονιά, βούτηξε στα ξενύχτια και το αλκοόλ, τραυματίστηκε κι έχασε έδαφος, βίωσε την απώλεια του πατέρα του και σταδιακά έχασε την όρεξη και το κίνητρο να παίξει και να προσφέρει, μαζί με την έκρηξη, την επιτάχυνση και την ντρίμπλα. Δέχτηκε στη μέση της χρονιάς να αλλάξει το συμβόλαιό του και να γίνει «άμα τη εμφανίσει», αλλά ακόμα κι έτσι κάθε εμφάνισή του στο γήπεδο μεταφράζεται σε «πεταμένα λεφτά».

Ο ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΕΡΟΣ ΞΕΝΟΣ

Μάικ Μπατίστ. Μιχάλης Μπατιστάκης ή όπως αλλιώς θέλετε. Ηρθε κάποτε ως «τριάρι», μας αγάπησε και τον αγαπήσαμε, έγινε «τεσσάρι», «πεντάρι», άνθρωπος των μεγάλων παιχνιδιών, βρήκε διαφορετικούς τρόπους να εκτελεί, αλλά συνεχίζει να πηδάει και να καρφώνει στα αντίπαλα καλάθια όπως όταν πρωτοήρθε, παρ' όλο που είναι στα 34. Επαγγελματίας με όλα τα γράμματα κεφαλαία, φροντίζει πάντα το σώμα του για να τον φροντίζει κι αυτό, ξέρει καλά πλέον πώς να κάνει συντήρηση δυνάμεων και βρήκε πολύτιμες ανάσες φέτος από τον Βουγιούκα, που του χάρισε πολύτιμα λεπτά ξεκούρασης. Στον τελικό με τη Μακάμπι το ένα εύκολο σουτάκι που έχασε κόντεψε να γίνει πρώτη είδηση παγκοσμίως. Τελικά έβαλε το επόμενο και τελείωσε τη σεμνή τελετή. Ο Γιόσου Σαριέγκι είναι πλέον ο πιο «παλαίουρας» ξένος της ομάδας. Ηρθε κάποτε ως η λύση που ψάχναμε, μια που ήταν βασικός επί σειρά ετών στην απαιτητική Πριμέρα Ντιβιζιόν με τη φανέλα της Μπιλμπάο, έκανε σπουδαία παιχνίδια, μέτρια παιχνίδια και κακά παιχνίδια, αποθεώθηκε, χλευάστηκε, άλωσε το Μιλάνο, χάρισε γκολ σε αντιπάλους με γκέλες του. Στον Παναθηναϊκό έμεινε το περασμένο καλοκαίρι με σημαντική μείωση αποδοχών, ως εναλλακτική λύση, αλλά κάτι οι τραυματισμοί και οι κάρτες των κεντρικών αμυντικών (που δεν είναι και πολλοί φέτος, άλλοι δύο είναι, ο Μπουμσόνγκ και ο Καντέ), κάτι η προβληματική αμυντική λειτουργία, του έδωσαν φανέλα βασικού φέτος περισσότερες φορές απ’ ό,τι θα περίμενε ίσως και ο ίδιος.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

Ο Νικ Καλάθης ήρθε πέρυσι στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό, για να ξαναμάθει απ’ την αρχή τα βασικά του μπάσκετ: άλλο το κολλεγιακό και οι «Gators», άλλο το Ευρωπαϊκό και ο Παναθηναϊκός. Τότε έψαχνε με το τουφέκι μερικά λεπτά συμμετοχής πίσω από τον Διαμαντίδη, τον Σπανούλη, τον Νίκολας, τον Σάρας και δίπλα στον Τέπιτς. Φέτος η επιλογή του Ομπράντοβιτς να μην πάρει «άσο», παρά τη φυγή Σπανούλη και Σάρας, κατέστησε σαφές ότι θα είχε αναβαθμισμένο ρόλο -αυτός κι ο Τέπιτς. Ο Σέρβος δεν το πήρε χαμπάρι, αλλά ο Νικ άρπαξε την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά με χέρια και με πόδια. Ο θρύλος λέει ότι πριν από μερικές εβδομάδες τον πήρε ο ύπνος σε μια ανάλυση τακτικής του Ομπράντοβιτς κι αυτός ήταν ο λόγος που είδε αρκετά παιχνίδια χωρίς να ιδρώσει δευτερόλεπτο τη φανέλα. Μάλλον αυτό τον «ξύπνησε» για τα καλά: ήταν ο παίκτης-κλειδί στην πρόκριση επί της Μπαρτσελόνα, εξαφάνισε τον Ναβάρο κι ήταν ο καλύτερος στον ημιτελικό με τη Σιένα. Κυρίως, είναι αυτός που έχει απαλλάξει τον Διαμαντίδη από την αβαρία και την ταλαιπωρία να πρέπει να κατεβάζει την μπάλα. Ψάχνω, ξαναψάχνω, ματαψάχνω και μόνο τον Λάζαρο Χριστοδουλόπουλο μπορώ να σκεφτώ. «Αποκάλυψη», κυρίως διότι θυμηθήκαμε ότι υπάρχει, ότι είναι καλός παίκτης κι ότι πριν από 3 χρόνια δαπανήθηκαν 2,5 εκατομμύρια για να τον πάρει ο Παναθηναϊκός από τον ΠΑΟΚ. Μέσα από μια σειρά συγκυριών έφτασε φέτος ο Λάζαρος στην «ανάστασή του»: τραυματίστηκε το καλοκαίρι σε μια... μετακόμιση, έχασε μεν την προετοιμασία, αλλά ενδεχομένως γλίτωσε και τον δανεισμό του κάπου αλλού και εν συνεχεία εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Λέτο λόγω τραυματισμού, τρύπωσε στην ενδεκάδα, ήταν σημαντικός για τη νίκη επί του Ολυμπιακού στο ΟΑΚΑ κι έκανε μια σεζόν καλύτερη από τη μέση απόδοση της ομάδας.

ΟΙ ΠΡΩΗΝ ΠΑΝΙΩΝΙΟΙ

Ο Στράτος Περπέρογλου σταρ δεν είναι. Πολλοί αναρωτιόντουσαν αν έχει το ειδικό βάρος να είναι ο βασικός small forward του Παναθηναϊκού. Τις απαντήσεις τις δίνει στο γήπεδο εδώ και χρόνια με τους τίτλους που έχει πάρει. Οι εμφανίσεις του στο φάιναλ φορ μπορεί να ήταν μέτριες, άρα να μην είναι ασφαλές κριτήριο της χρησιμότητάς του, αλλά η παρουσία του μέχρι εκεί και ειδικά στα παιχνίδια με την Μπαρτσελόνα δείχνουν ότι και πάλι δεν λάθεψε ο Ζοτς. Παίκτης με ευχέρεια στο μακρινό σουτ αλλά και ικανότητα να παίξει με πλάτη στο καλάθι όταν έχει κοντύτερο αντίπαλο, δοκιμάζει συχνά διεισδύσεις και δεν διστάζει να σουτάρει, όσο κρίσιμος κι αν είναι ο αγώνας. Φέτος, που μοιράστηκε τη θέση με τον Σάτο, είχε ανταγωνισμό που τον έκανε να προσπαθήσει ακόμα περισσότερο. Κάποτε για τα μάτια του Νίκου Σπυρόπουλου έγινε περίπου πλειστηριασμός ανάμεσα σε Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό. Νικητής βγήκε ο πρώτος, που έδωσε 2,5 εκατομμύρια στον Πανιώνιο για να τον αποκτήσει, μια που την πρώτη φορά, που θα τον έπαιρνε ως ελεύθερο μερικά χρόνια πιο πίσω, ο Σπυρόπουλος πιάστηκε ντοπέ και αποκλείστηκε από κάθε αθλητική δραστηριότητα. Δυστυχώς ο Σπυρόπουλος, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν κατάφερε ποτέ να δικαιολογήσει τις μεγάλες προσδοκίες και τον τίτλο του «καλύτερου Ελληνα αριστερού μπακ». Στην Εθνική του Ρεχάγκελ έπαιζε εκεί ο δεξιοπόδαρος Τοροσίδης, στην Εθνική του Σάντος προβάδισμα έχει πλέον ο Τζαβέλλας -αυτός που τον αντικατέστησε στον Πανιώνιο όταν έφυγε. Ελλείψει σοβαρού ανταγωνισμού παίζει βασικός στον Παναθηναϊκό-, αφού ο Ιωαννίδης είναι λύση ανάγκης κι όχι λύση ουσίας.

ΗΡΘΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΑΙΩΝΙΟ»

Ο Iαν Βουγιούκας ήρθε απλώς ως μια ακόμα εναλλακτική λύση, ένα επιπλέον κορμί μέσα στη ρακέτα. Παίκτης του Ολυμπιακού για χρόνια, που τον ξαπόστελνε δανεικό δεξιά κι αριστερά, καθώς δεν «χώραγε» στα πλάνα των προηγούμενων προπονητών, επιλέχθηκε φέτος από τον Ομπράντοβιτς για να πλαισιώσει τη front line της ομάδας. Μέσα σε λίγους μήνες έκανε τα τριπλά απ’ όσα έκανε τα τελευταία χρόνια: ωρίμασε μπασκετικά, δυνάμωσε το κορμί του ώστε να μη στηρίζεται αποκλειστικά στην καλή του τεχνική, έδωσε χρόνο ξεκούρασης στον Μπατίστ στα κρίσιμα παιχνίδια και μπόλικη ξεκούραση στον Μπατίστ στα «εύκολα». Στον Παναθηναϊκό ο Ιαν ξαναγάπησε το μπάσκετ και το μπάσκετ αγάπησε αυτόν. Ο Σεμπαστιάν Λέτο ήρθε στον Παναθηναϊκό έπειτα από μια χρονιά που έπαιξε στον Ολυμπιακό δανεικός, πήρε νταμπλ, έβαλε σημάδι τον προπονητή του με μπάλες, τσακώθηκε με όλο τον κόσμο και αντι-Τζόλε δεν έγινε ποτέ. Πήρε και στον Παναθηναϊκό νταμπλ, έβαλε αρκετά γκολ -δικό του ήταν και το μοναδικό του τελικού Κυπέλλου-, πρόσφερε πολλά, έδωσε ομορφιά στο παιχνίδι με τις προσωπικές του ενέργειες και υποσχέσεις για ακόμα καλύτερα πράγματα, τις οποίες όμως δεν τήρησε ποτέ. Φέτος έπαιξε περισσότερο με τα νεύρα μας παρά μπάλα, πήρε περίπου μία κίτρινη ανά αγώνα, δεν σκόραρε σχεδόν καθόλου, δεν δικαιολόγησε ούτε την αξία ούτε τις προσδοκίες και λογικά θα αποχωρήσει το καλοκαίρι γι' αλλού.

Πηγή: sport-fm.gr

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK




ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ