26/02/11 - 14:03

«Οι μεγαλύτερες ομάδες χτίστηκαν… »

Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος γράφει στο blog του ότι οι μεγάλες ομάδες μέχρι τα τέλη του '80 δεν φτιάχτηκαν πληρώνοντας πολλά χρήματα, αλλά χτίστηκαν...

«Οι μεγαλύτερες ομάδες χτίστηκαν… »
30.336views 0shares

Μη χάσεις την ευκαιρία: Κάνε τώρα ετήσια ασφάλεια αυτοκινήτου στη μισή τιμή!

Ασχετο με το τι πιστεύει ο κόσμος, οι μεγάλες ομάδες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80 ποτέ δεν φτιάχτηκαν πληρώνοντας πολλά χρήματα. Μιλάμε γι' αυτές που έβαλαν το όνομά τους στην ιστορία, ομάδες που στο πέρασμά τους σάρωσαν κατακτώντας τίτλους, αλλά κυρίως κερδίζοντας τον σεβασμό των αντιπάλων.

Για την Τορίνο του Ματσόλα και τη Χόνβεντ του Πούσκας, την Μπενφίκα του Εουσέμπιο, τον Αγιαξ του Κρόιφ και τη Λίβερπουλ πρώτα του Κίγκαν και μετά του Νταλγκλίς είναι πάνω-κάτω γνωστό πως δημιουργήθηκαν επειδή χαρισματικοί παίκτες βρέθηκαν μαζί την ίδια εποχή στον ίδιο σύλλογο. Κάποιοι λένε πως η Ρεάλ του Ντι Στέφανο, η Μίλαν του Ριβέρα, όπως και η Ιντερ του Φακέτι ήταν ομάδες που οι πρόεδροί τους ξόδεψαν πολλά χρήματα για να τις κάνουν πρωταθλήτριες Ευρώπης. Λάθος. Είχαν εξαιρετική βάση νέων παικτών και την ενίσχυσαν με επιλεγμένες και μερικές φορές ακριβές κινήσεις. Ο Κοπά στοίχισε στον Μπερναμπέου από τη Ρεμς μια μικρή περιουσία, όπως ο Σκιαφίνο στη Μίλαν και ο Σουάρεζ στην Ιντερ, όμως οι μεταγραφές τους αποτέλεσαν το κερασάκι στην τούρτα.

Η Μπάγερν της δεκαετίας του '70 ήταν απόσταγμα μιας φουρνιάς σπουδαίων παικτών, οι οποίοι βγήκαν από τις ακαδημίες ή αγοράστηκαν πολύ φτηνά, και ο μεγάλος Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι τους έκανε ομάδα. Ο Μπεκενμπάουερ, ο Μίλερ, ο Χένες, ο Μπράιτνερ, ο Ροτ, ο Μάγερ, ο Σβάρτσενμπεκ συνέχισαν και με τον Ούντο Λάτεκ και έφτασαν στην κορυφή με την ομάδα τους, αλλά αποτέλεσαν για χρόνια και τη ραχοκοκαλιά της εθνικής Γερμανίας. Η Γιουβέντους στην οκταετία των θριάμβων από το 1977 έως το 1985 με τον Τζιοβάνι Τραπατόνι στον πάγκο είχε πολλούς σπουδαίους Ιταλούς ποδοσφαιριστές, τους οποίους το έμπειρο μάτι του Ιτάλο Αλόντι είχε εντοπίσει άσημους σε ομάδες όπως η Αταλάντα και η Κόμο, ή τους ανέβασε από τα φυτώρια και για χρόνια έγιναν βασικοί και με τη «σκουάντρα ατζούρα». Ο Σιρέα, ο Ταρντέλι, ο Καμπρίνι, ο Μπέτεγκα ήταν οι σταρ για χρόνια και κάποια στιγμή η οικογένεια Ανιέλι πλήρωσε πολλά λεφτά για τον Πλατινί και τον Μπόνιεκ, που έφεραν τίτλους και στην Ευρώπη.

Η πρώτη ομάδα που κόστισε πολλά χρήματα για να δημιουργηθεί ήταν η Μίλαν του Μπερλουσκόνι. Ο Αρίγκο Σάκι ζήτησε τους τρεις Ολλανδούς (Φαν Μπάστεν, Γκούλιτ, Ράικαρντ) συν κάποιους καλούς παίκτες όπως ο Αντσελότι από τη Ρόμα. Τους πλαισίωσε, όμως, με φυσιογμωμίες όπως ο Μαλντίνι, ο Μπαρέζι, ο Κοστακούρτα και ο Ντοναντόνι και έφτιαξε την τελευταία τεράστια ομάδα που είδε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο η Μπόκα Τζούνιορς της δεκαετίας του '90 και η Ιντεπεντιέντε της δεκαετίας του '70, όπως και η Σάντος της εποχής του Πελέ ήταν ομάδες που μόνιμα ζούσαν με την παραγωγή των φυτωρίων τους και κυρίως πουλούσαν παρά αγόραζαν ποδοσφαιριστές.

Ολα αυτά άλλαξαν από τη στιγμή που ο Μποσμάν κέρδισε τη δίκη το 1995. Το ποδόσφαιρο πια δεν θα ήταν το ίδιο και η τελευταία ομάδα που είδαμε να δημιουργείται με βάση νέα παιδιά και να κερδίζει τίτλους ήταν ο Αγιαξ του Φαν Χάαλ. Επεσε ακριβώς πάνω στην «αλλαγή» και διαλύθηκε γρήγορα, αφού όλα τα αστέρια του γλυκάθηκαν από τις «Σειρήνες» και έφυγαν για άλλους τόπους.

Από τη στιγμή που τα ελεύθερα συμβόλαια αλλοίωσαν τις συνθήκες αγοράς, το άθλημα όπως το ξέραμε έπαψε να υπάρχει. Κάποιοι αναρωτιούνται αν ένας σύλλογος όπως ο Αγιαξ, που βγάζει συνεχώς νέα παιδιά, μπορεί σε περίπτωση που δέκα χαρισματικοί παίκτες ξεπεταχτούν μαζί να ξανακάνει έναν κύκλο επιτυχιών. Πολύ φοβάμαι πως όχι. Γιατί ναι μεν ο Αγιαξ, που είναι το κλασικότερο παράδειγμα σωστής δουλειάς στις ακαδημίες, παράγει διαρκώς ταλέντα, όμως δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσει να κρατήσει κάποιο από αυτά για παραπάνω από δύο με τρία χρόνια. Μόλις γίνει γνωστός, από τα 17 που είναι μια νορμάλ ηλικία για τους Ολλανδούς για να δίνουν την ευκαιρία σ' έναν νέο, τότε η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Είναι θέμα χρόνου να φύγει, με αποτέλεσμα αν έχει τέσσερα χρόνια συμβόλαιο, στα τρία να τον πουλάει η ομάδα για να μη χάσει την αξία του!
Κάποτε ο κόσμος στην εξέδρα μπορούσε να δεθεί με τον ποδοσφαιριστή. Οι περιπτώσεις του Γκιγκς, του Μαλντίνι, του Ραούλ, του Ντελ Πιέρο, του Τζέραρντ,οι οποίοι έμειναν για χρόνια με την ίδια φανέλα, αποτελούν πια μουσειακό είδος. Και με τις ομάδες να θυμίζουν όλο και περισσότερο τράνζιτ αεροδρομίου, όπου σήμερα ο παίκτης είναι εδώ και αύριο αλλού, η μελλοντική εικόνα τρομάζει.

Στην Ελλάδα όμως, σε αντίθεση με το εξωτερικό, ο μόνος δρόμος για να γίνουμε κάποτε αληθινά ανταγωνιστικοί παραμένει αυτός των ακαδημιών. Τα περισσότερα παιδιά στις ομάδες μας έχουν όνειρο να κάνουν καριέρα στη χώρα τους, να αγαπηθούν από την εξέδρα, να νιώσουν σημαντικά. Είναι εντελώς ανόητο και ανούσιο να αγοράζουν οι ελληνικές ομάδες δέκα ποδοσφαιριστές κάθε χρόνο, από τους οποίους οι επτά να είναι ξένοι. Ο Πανιώνιος, για παράδειγμα, πέρυσι το καλοκαίρι έκανε τραγικά λάθη που τα βίωσε σύντομα. Και διάλεξα τους «κυανέρυθρους» επειδή παραδοσιακά έβγαζαν πάντα σπουδαίους σταρ από τα φυτώριά τους.

Ο Παναθηναϊκός από εκείνη την επιμονή του Γιώργου Βαρδινογιάννη στα «παιδιά της Παιανίας» ανέδειξε μία ολόκληρη φουρνιά που έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης, για να μην ξεχνιόμαστε. Η ΑΕΚ για χρόνια ολόκληρα βασίστηκε στη φουρνιά που βγήκε το 1979 από τους νέους της, με επικεφαλής τον Μανωλά, αλλά και τους Γεωργαμλή, Βλάχο, Οικονομόπουλο. Ο Ολυμπιακός, αν υπολογίσει κανείς τη δυναμική του ως συλλόγου και πόσα μικρά παιδιά είναι οπαδοί του, είναι τραγικό σε τριάντα χρόνια να έχει αναδείξει δικούς του βασικούς μόνο τον Ελευθερόπουλο, τον Περσία και τώρα τον Φετφατζίδη, που έγιναν διεθνείς προερχόμενοι από τα φυτώριά του. Φυσικά υπάρχει και η περίπτωση του Κυριάκου Παπαδόπουλου, που έφυγε νωρίς για τη Σάλκε, αλλά πόσοι ακόμα ικανοί πιτσιρικάδες δεν πήραν στον Πειραιά τις ευκαιρίες που τους αναλογούσαν;
Το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έχει την πολυτέλεια να ακολουθεί τον τρελό χορό των εκατομμυρίων του εξωτερικού. Τουλάχιστον ας έχει πάντα υπόψη του ως παρηγοριά, αφού δεν υπάρχει διάθεση των προέδρων για ξόδεμα και γενικά η ύφεση και η κρίση επηρεάζουν, πως ακόμα και οι μεγαλύτερες ομάδες δεν αγοράστηκαν, αλλά χτίστηκαν.

Πηγή: sportfm.gr


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ