04/04/20 - 13:37

Το Καλλιμάρμαρο, η άγνοια κινδύνου και το έπος: «Δεν μασάγαμε με τίποτα, μας πλάκωσαν στον πετροπόλεμο»

του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Το Καλλιμάρμαρο, η άγνοια κινδύνου και το έπος: «Δεν μασάγαμε με τίποτα, μας πλάκωσαν στον πετροπόλεμο»
824views 0shares

Στις 4 Απριλίου 1968 η ΑΕΚ έγραψε ιστορία. Η ομάδα μπάσκετ της Ένωσης έγινε η πρώτη ελληνική που πήρε ευρωπαϊκό τίτλο στο μπάσκετ κερδίζοντας τη Σλάβια Πράγας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με 89-82.

Η παρέα των Αμερικάνου, Ζούπα, Τρόντζου, Βασιλειάδη, Λαρεντζάκη, Χρηστέα και Τσάβα πετύχαν την πρώτη επιτυχία του ελληνικού αθλητισμού σε ομαδικό άθλημα, σε μία αναμέτρηση που παρακολούθησαν 80.000 θεατές στο Καλλιμάρμαρο και έκανε ρεκόρ προσέλευσης όλων των εποχών. Η, δε, ραδιοφωνική μετάδοση του Βασίλη Γεωργίου ήταν συγκλονιστική και έμεινε η ιστορία.

Ο Χρήστος Ζούπας μίλησε στο Sportdog.gr για τον άθλο της ομάδας που έδωσε στην Ένωση το προσωνύμιο «Βασίλισσα» και τις προεκτάσεις που είχε στην ελληνική κοινωνία. Ξεκίνησε όμως τη διαδρομή του από το χτίσιμο της ομάδας στις αρχές της δεκετίας του '60, αναφέροντας φοβερές ιστορίες.

Ο βετεράνος καλαθοσφαιριστής και διακεκριμένος γιατρός, διαβητολόγος δεν θα μπορούσε να μη μιλήσει για την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη, την οποία χαρακτήρισε «συγκινητική και ανθρώπινη». Παράλληλα αποκάλυψε τους λόγους που η ΑΕΚ δεν μεγέθυνε ως ομάδα μετά την επιτυχία του '68. «Η ομοσπονδία και η γενική γραμματεία ήταν παναθηναϊκοκρατούμενη τότε», είπε μεταξύ άλλων σε μία συγκλονιστική εξομολόγηση που είχε δώσει το 2018 στο Sportdog και αξίζει να διαβάσετε. 

Περιμένατε ποτέ ότι θα γινόταν η επιτυχία της ΑΕΚ του 1968 ταινία;

«Εννοείται πως όχι. Που να το φανταστεί κανείς; Όταν είσαι παιδί και μπαίνεις μέσα στο γήπεδο, για να παίξεις, ποτέ δεν φαντάζεσαι τι θα αφήσει ως παρακαταθήκη στον αθλητισμό και την εποχή σου. Πραγματικά εκεινη η εποχή ήταν στεγνή από επιτεύγματα. Η Ελλάδα ήταν σε περίεργο κλοιό. Η ομάδα αυτή που χτίστηκε το 1962 άφησε μία παρακαταθήκη και χαρακτήρισε μία εποχή. Πάνω απ' όλα έβαλε το μπάσκετ στα σπίτια των Ελλήνων, όπως το Ευρωμπάσκετ του '87 έβαλε το άθλημα στα σχολεία. Όταν είσαι μέσα στο γήπεδο όμως αυτά τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνεις. Τώρα συνειδητοποιείς το επίτευγμα. Τότε ήμασταν 10 παιδιά από τις φτωχογειτονιές της Ελλάδας, σε μία εποχή που η χώρα δεν ήταν ανεπτυγμένη. Εμείς χάρη στην πρωτοβουλία κάποιων νέων επιχειρηματιών της εποχής, γιατί και τότε μία παρέα 5 ανθρώπων ήταν και μαζεύτηκε για να κάνει τη μεγάλη ΑΕΚ. Το '62 μάζεψαν τα καλύτερα ονόματα. Ο Αμερικάνος ήταν ήδη στην ΑΕΚ, πήραν εμένα, τον Τρόντζο, τον Λαρεντζάκη και τον Τσάβα, τον Βασιλειάδη και έφτιαξαν μία ομαδάρα που για την εποχή ήταν υψηλού επιπέδου».

«ΠΑΙΖΑΜΕ ΜΕ ΤΑΜΠΛΩ»

Βάλτε μας λίγο στο κλίμα της εποχής; Πως ήταν να προετοιμάζεσαι σε χώρους που ποτέ δεν θα φαντάζονταν επαγγελματίες καλαθοσφαιριστές της σημερινής εποχής;

«Αυτά τα παιδιά βρέθηκαν μαζί στο γήπεδο με εναν αυστηρό προπονητή τον Μίσσα Πανταζόπουλο . Έτρεχαν και έπαιζαν στο τσιμέντο, σε μία αλάνα της Φιλαδέλφειας. Ήταν τεράστιο το πρόβλημα. Με χιόνια και με κρύα ήμασταν στο γήπεδο. Δεν φεύγαμε αν δεν συμπληρώναμε 3 ώρες προπόνησης. Ό,τι καιρό και αν έκανε. Ήταν πάθος και αρρώστεια μας. Ακόμα και οι αγώνες γίνονταν με αντίξοες συνθήκες. Παίχτηκε αγώνας ΑΕΚ-Μπαρτσελόνα με βροχή. Φανταστείτε εκείνη την εποχή δεν είχαμε τα σημερινά παπούτσια που σε ανεβάζουν 5 πόντους. Φορούσαμε κάτι ελβιέλες που τρυπούσαν εύκολο. Οι μπάλες επίσης ήταν διαφορετικές. Είχε μεγάλη αξία ότι μάθαμε στο κρύο και στη ζέστη να χρησιμοποιούμε το ταμπλώ. Ξέραμε να βαζουμε πολλούς πόντους σε κάθε καιρική συνθήκη. Σήμερα δεν εκμεταλλεύονται το ταμπλώ, γιατί δεν ξέρουν να το χρησιμοποιήσουν. Εμείς είχαμε το ταλέντο και τη γνώση από την πορεία των ανέμων. Μας έδινε ασφάλεια το ταμπλώ, όταν είχε αέρα».

«ΕΙΧΑΜΕ ΑΓΝΟΙΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ»

Ποιες αναμνήσεις σας έχουν μείνει από το χτίσιμο της ομάδας του '62 μέχρι την επιτυχία του Καλλιμάρμαρου;

«Όταν ξεκινήσαμε το '62 και πήραμε το πρωτάθλημα, η ποδοσφαιρική διοίκηση της ΑΕΚ ξέχασε να μας δηλώσει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Αναγκαστήκαμε και βάλαμε μέσο τον διάδοχο Κωνσταντίνο, να πάρει τηλέφωνο στην Ισπανία, την αδερφή του και Βασίλισσα Σοφία, να μεσιτεύσει στον γενικό γραμματέα της Fiba που ήταν ο Σαπόρτα και να μπορέσουμε να παίξουμε εκπρόθεσμα στη διοργάνωση. Τα κατάφερε η Σοφία και ο Σαπόρτα μας έβαλε να παίξουμε με την πρωταθλήτρια Πολωνίας, τη Βίσλα Κρακοβίας που ήταν ομαδάρα. Εμείς είχαμε τέτοιο ταλέντο και θράσος που δεν υπολογίζαμε τίποτα. Φάγαμε τέτοια ταλαιπωρία στο ταξίδι, που φτάσαμε λίγο πριν το ματς στην πόλη, κάναμε ένα μπάνιο, μπήκαμε να παίξουμε και τους καθαρίσαμε με 10 πόντους διαφορά, ενώ το ματς στην Αθήνα κερδίσαμε με 5. Τέτοια ομαδάρα ήμασταν. Μετά από αυτήν την ιστορία καταλάβαμε, ότι ζώντας μέσα από αυτό, το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, παίρνεις αξία. Οι Σοβιετικοί είχαν ομαδάρες, αλλά οι Ιταλοί υπερείχαν. Εμείς όμως δεν υπολογίζαμε κανένα, λες και παίζαμε με την Κολοπετινίτσα. Είχαμε άγνοια κινδύνου.Δεν μασάγαμε τίποτα. Παίζαμε με την πρωταθλήτρια της Γιουγκοσλαβίας, τη Ζαντάρ και τους κερδίσαμε στην παράταση. Το γήπεδο είχε τάφρο γύρω γύρω γιατί ήταν αγριάνθρωποι. Μετά μας πλάκωσαν στον πετροπόλεμο και ξαπλώσε κάτω στο πούλμαν, για να μη χτυπηθούμε. Τέτοιες ήταν οι εποχές. Κερδίσαμε το '66 τους Σοβιετικούς της ΤΣΣΚΑ και αντί να παίξουμε στο μεγάλο στάδιο του Λένιν, των 10.000 θέσεων, μας βάλανε στου στρατού που ήταν 1200, γιατί μας φοβούνταν. Μας έκαναν φοβερό ψυχολογικό πόλεμο. Μας είχαν διαλύσει ηθικά πριν το παιχνίδι. Όλα αυτά αξίζει να γραφτούν σε βιβλίο. Έτσι όμως ανδρώθηκε η ομάδα και έγινε μία παρέα. Με όποια ομάδα και να παίζαμε δεν μας ενδιέφερε τίποτα εκτός από το να παίξουμε καλά και να ευχαριστηθούμε. Το '67 όταν χάσαμε από τον Παναθηναϊκό το πρωτάθλημα στην παράταση πάθαμε μπλακ άουτ. Κλαίγαμε για την κακοτυχία μας. Θεωρούσαμε ανεκδιήγητο να χάσουμε τον τίτλο από τον Παναθηναϊκό, ο οποίος ήταν καλή ομάδα αλλά όχι καλύτερη από εμάς. Κάθε αναποδιά όμως βγαίνει σε καλό. Χάνοντας το πρωτάθλημα, ο δεύτερος πήγαινε στο Κυπελλούχων. Ο αγώνας με τη Βαρέζε ήταν ουσιαστικά ο μέγας τελικός. Με εκείνη τη ραβέρσα του Τρόντζου προκριθήκαμε!»

Και πάμε στον τελικό...

«Η Γενική Γραμματεία και ο Ασλανίδης ζήτησαν από τους Τσέχους της Σλάβια να γίνει ο αγώνας στην Αθήνα με αντάλλαγμα τις εισπράξεις του αγώνα, όπως και έγινε. Οι Τσέχοι ενθουσιάστηκαν γιατί ήξεραν πόσο τους εκτιμούσαμε. Οι άνθρωποι έφυγαν κατενθουσιασμένοι από τη φιλοξενία. Παίξαμε ένα καταπληκτικό παιχνίδι. Για την εποχή το 89-82 χωρίς τρίποντα αντιστοιχεί με ένα σκορ 120-110 σημερινό. Ήταν καταπληκτικό ματς. Η περιγραφή του Γεωργίου έδωσε άλλη νότα σε έναν λαό που ήταν θυμωμένος και... φακελωμένος εκείνη την εποχή. Άφησε μία μεγάλη παρακαταθήκη. Μην ξεχνάτε ότι έπαιζαν 10 ελληνόπουλα. Δεν ήταν αυτό το πράγμα το παγκοσμιοποιημένο που βλέπουμε σήμερα με 10 ξένους. Έχουμε χάσει τη μπάλα. Γι'αυτό έμεινε στην ιστορία αυτή η κατάκτηση. Ένωσε μάλιστα φιλάθλους με διαφορετική οπαδική προτίμηση. Δεν είχε σημασία αν ήσουν ΑΕΚτζής, Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός. Η ΑΕΚ ήταν Ελλάς τότε. Οι επιτυχίες της αγκάλιασαν τον κόσμο. Όσοι έρχονταν να μας δούνε, έβλεπαν πολύ καλό μπάσκετ. Ήμασταν πρωτοκλασάτοι. Φτάσαμε στην κορυφή από το τίποτα».

«ΔΕΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΑΜΕ ΔΩΔΕΚΑΔΑ»

Η ταινία σε συνάρτηση με την εξέλιξη της ιστορίας της μπασκετικής ΑΕΚ δημιούργησε ένα μεγάλο ερώτημα. Εκτός από το τρόπαιο πως καρπώθηκε η Ένωση το μέγεθος της επιτυχίας; Γιατί παρατηρούμε, ότι μετά το '68 η ομάδα δεν είχε επιτυχίες. Η ομάδα δεν είχε καν δικό της γήπεδο. Το κλειστό «Γιώργος Μόσχος» χτίστηκε πολλά χρόνια αργότερα και η χωρητικότητά του δεν ανταποκρινόταν στο μέγεθος του Δικεφάλου...

«Φτάνει να σας πω, για να δείτε πόσο περίεργος είναι ο ελληνικός λαός, ότι η επιτυχία της ΑΕΚ αντί να μας δώσει τα φτερά για να πετάξουμε ακόμα περισσότερο, επειδή η ομοσπονδία και η γενική γραμματεία ήταν παναθηναϊκοκρατούμενη τότε, κατήργησαν τις μεταγραφές, κατά κάποιον τρόπο, για να μην ενισχυθεί η ΑΕΚ και πάρει άλλους παίκτες και συνεχίσει να μεσουρανεί. Αποτέλεσμα ήταν να μείνουμε 7 παίκτες και να μη συμπληρώνουμε δωδεκάδα. Συνήθως κατεβαίναμε συνήθως με παίκτες που έμπαιναν στην αποστολή για να συμπληρωθεί η δεκάδα. Αυτή ηταν η ανταμοιβή για την επιτυχία μας.

Μη νομίζετε όμως ότι δεν φταίγαμε και εμείς που καβαλήσαμε το καλάμι και έκανε ο καθένας το κοντό του και το μακρύ του. Όταν είσαι σε νεαρή ηλικία και ενεργός αθλητής είσαι απαίδευτος. Δεν έχεις την εμπειρία να διαχειριστείς την επιτυχία. Κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία. Παρότι όλοι θυμούνται το '68, κανείς δεν θυμάται ότι παίξαμε ημιτελικό στο Κύπελλο Κυπελλούχων,το '70. Είχαμε χάσει στο πρώτο ματς με 15 πόντους διαφορά και νικήσαμε μόνο με 11 στη ρεβάνς. Πλακώθηκε τότε ο Αμερικάνος με τον προπονητή και πέρασε σε φάση διάλυσης η ομάδα. Να σκεφτείτε ότι τότε είχε περισσότερο κόσμο απ' ότι το '68. Η ομάδα έκανε τον κύκλο της».

Απουσίαζε δηλαδή από τον Έλληνα αθλητή τότε η αίσθηση της επαγγελματικότητας.

«Ήταν σημεία των καιρών αυτά».

Η ταινία ποια γεύση σας άφησε;

«Ήταν καταπληκτική, συγκινητική και ανθρώπινη. Πάνω σε αγώνα χτίζεται μία εποχή που χαρακτήρισε την εξέλιξη του κόσμου. Εγώ σκέφτομαι να τη δείξω σε σχολεία και παιδιά. Σε ομάδες και Ακαδημίες, για να μάθουν πως ζούσε το σύστημα του μπάσκετ εκείνη την εποχή».

Πως θα σας φαινόταν να γίνονταν κάθε χρόνο αγώνες μπάσκετ στο Καλλιμάρμαρο προς τιμήν της επιτυχίας του '68;

«Είναι πολύ ωραία ιδέα. Μακάρι να το σκεφτεί η ολυμπιακή επιτροπή και ο φίλος μου, Σπύρος Καπράλος, να κάνει ένα τουρνουά, για να μαζεύεται ο κόσμος και να βλέπει με καλό καιρό ένα αγώνα μπάσκετ. Θα ήταν πολύ όμορφο να θυμήσουμε με αυτόν τον τρόπο τις αξίες της εποχής μας».


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ