17/07/11 - 09:11

Πυρ, «Γκούντι» και θάλασσα

Εϊντουρ Σμάρι Γκουντγιόνσεν: Το ένα του όνομα σημαίνει «φωτιά», το άλλο «ήρεμη θάλασσα» και όλο μαζί αλλάζει την ΑΕΚ! Διαβάστε για τον «ξανθό Μαραντόνα» του Ζοσέ.

Πυρ, «Γκούντι» και θάλασσα
25.809views 0shares

Εϊντουρ για τους Ισλανδούς είναι η φωτιά. Σμάρι σημαίνει ήρεμη θάλασσα. Αυτά είναι τα δύο ονόμα του Γκουντγιόνσεν, του 32χρονου επιθετικού που έχει βάλει στο μάτι η ΑΕΚ κυνηγώντας να φέρει εις πέρας μια μεταγραφή που θα προκαλέσει θόρυβο εντός και εκτός των συνόρων και θα ανεβάσει το ποιοτικό επίπεδο του υλικού που διαχειρίζεται ο Μανόλο Χιμένεθ.

Ο «Γκούντι», όπως είναι το παρατσούκλι που απέκτησε από την παρουσία του στο αγγλικό ποδόσφαιρο, είναι αν μη τι άλλο ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Ισλανδίας και ένας από τους πιο ολοκληρωμένους επιθετικούς που έπαιξαν σε Αγγλία και Ισπανία τα τελευταία χρόνια. Το βιογραφικό του... κελαηδάει από μόνο του για το ποιος είναι. Ελπιδοφόρος μαζί με τον Ρονάλντο στην PSV Αϊντχόφεν στα μέσα της δεκαετίας του '90, με τους πρώτους τίτλους να μπαίνουν στο παλμαρέ του.

Πρωταγωνιστής στην άνοδο της Μπόλτον από την Τσάμπιονσιπ στα σαλόνια της Πρέμιερ Λιγκ. «Κολόνα» στην Τσέλσι πριν και κατά τη διάρκεια της εποχής του Ρομάν Αμπράμοβιτς ξεπερνώντας ουκ ολίγα προβλήματα ανταγωνισμού για μια θέση σ' ένα θίασο παιχταράδων σε μια εποχή που αντιμετώπισε σημαντικά εξωαγωνιστικά προβλήματα.

Ρολίστας στην Μπαρτσελόνα -το μεγαλύτερο σύλλογο κατά την άποψή του-, όπου υπό τις οδηγίες του Πεπ Γκουαρδιόλα κατέκτησε το τρεμπλ τη σεζόν 2008-09 και άλλαξε θέση και από επιθετικός έγινε μέσος για να χωρέσει.

Τα δύο τελευταία χρόνια είναι αλήθεια πως ο Γκουντγιόνσεν δεν είναι αυτός που ήταν. Οσο αυξάνεται η ηλικία τόσο μειώνονται οι σωματικές ικανότητες και αντοχές, αλλά αυτό ισχύει για ένα προηγμένο πρωτάθλημα. Στον αργό ρυθμό του ελληνικού ποδοσφαίρου ο «Γκούντι» ταιριάζει γάντι. Αναμφίβολα θα μπορούσε να κάνει την -μεγάλη- διαφορά.

«Ξανθός Μαραντόνα»

Μεταγράφηκε στο «Στάμφορντ Μπριτζ» προτού... προσγειωθεί ο Ρομάν Αμπράμοβιτς. Υπό τις οδηγίες του Κλαούντιο Ρανιέρι και με συμπαραστάτη τον Τζίμι Φλόιντ Χάσελμπαϊνκ ξεχώρισε όχι μόνο για τις οργανωτικές ικανότητες του και τον υψηλό δείκτη ομαδικής εργασίας, αλλά και για την εκτελεστική του δεινότητα. Μαζί με τον Ολλανδό σχημάτισαν «φονικό» επιθετικό δίδυμο σημειώνοντας 50 γκολ μαζί τη σεζόν 2001-02. Βασικός ήταν και στις δύο επόμενες αγωνιστικές περιόδου, ενώ έπειτα ανέλαβε ο Ζοσέ Μουρίνιο και ο Αμπράμοβιτς άρχισε να ξοδεύει ολοένα και περισσότερα χρήματα σε επιθετικούς και μέσους.

Ο Γκουντγιόνσεν, ωστόσο, και με τον Πορτογάλο στον πάγκο κατάφερε και κράτησε τη θέση του αποδεικνύοντας τη σημαντικότητά του στο σύνολο. Ο Μουρίνιο, μάλιστα, έπειτα από νίκη επί της Γουέστ Χαμ τον αποκάλεσε «ξανθό Μαραντόνα», εξαιτίας της εμφάνισής του με πινελιές της εξαιρετικής τεχνικής κατάρτισης του. Παρέμεινε στους «μπλε» και τη σεζόν 2005-06. Οι αποκτήσεις των Αντρέι Σεβτσένκο, Σαλομόν Καλού και Μίχαελ Μπάλακ μείωσαν το χώρο του ρόστερ. Ο Μουρίνιο δεν τον υπολόγιζε πια.

O αντικαταστάτης του Λάρσον

Ο Φρανκ Ράικαρντ το καλοκαίρι του 2006 έψαχνε απεγνωσμένα να ενισχύσει την επίθεση της Μπαρτσελόνα. Ο Χένρικ Λάρσον που είχε αλλάξει τον ρουν του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ στο Παρίσι τον προηγούμενο Μάιο είχε αποχωρήσει. Ο Γκουντγιόνσεν με παρόμοιο στυλ παιχνιδιού με τον «Χένκε» ήταν η λύση που βρήκε.

Η Μπάρτσα πρόσφερε 12 εκατ. ευρώ στην Τσέλσι και άλλα τρία σε μπόνους και τον πήρε. Από την αρχή ήταν ξεκάθαρο πως δεν θα έπαιζε αμιγώς βασικός, ενώ με τον καιρό άρχισε να... οπισθοχωρεί από την περιοχή. Με τον Ράικαρντ στον πάγκο χρησιμοποιήθηκε ως κεντρικός επιθετικός, η πρώτη επιλογή μετά τον Σαμουέλ Ετό -την πρώτη σεζόν- αλλά και σαν επιτελικός μέσος αντί του Ντέκο μιας και στην επίθεση είχαν πλέον ρόλο οι Τιερί Ανρί και Μπόγιαν μαζί με τον Καμερουνέζο και τον Ροναλντίνιο.

Ενα χρόνο αφότου αποκτήθηκε και χωρίς να είναι ο Γκουντγιόνσεν της Τσέλσι, ο τεχνικός διευθυντής Τσίκι Μπεγκιριστάιν τον έβαλε στη λίστα με τους προς πώληση ποδοσφαιριστές. Ο «Γκούντι» άντεξε δύο περιόδους σ' αυτήν την κατάσταση. Σε εκείνο το διάστημα είχε κατά καιρούς αναλαμπές υψηλής απόδοσης, γκολ και δουλειάς για το κοινό καλό. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα που ανέλαβε το καλοκαίρι του 2008 τον κράτησε στην ομάδα λέγοντάς του πως θα του έβρισκε ρόλο για να είναι χρήσιμος. Τότε συνέβη η αλλαγή.

Ο Γκουντγιόνσεν χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα ως εξτρέμ, είτε δεξί είτε αριστερό. Ο Γκουαρδιόλα εκμεταλλεύτηκε κυρίως την ικανότητά του να ελέγχει την μπάλα και το παιχνίδι μ' ένα άγγιγμα προκειμένου να τον τοποθετήσει στη μεσαία γραμμή, είτε ως επιτελικό μέσο είτε ως «οχτάρι». Ο «Γκούντι» δεν είχε κανένα πρόβλημα με τη νέα του αποστολή και βοήθησε στην κατάκτηση του τρεμπλ το 2009. Αυτός ήταν και ο επίλογος της καριέρας του στην Μπάρτσα.

Τι έχει να προσφέρει

Ο Γκουντγιόνσεν στο ελληνικό ποδόσφαιρο θα μπορούσε να είναι όαση στη μέση της ερήμου. Ομαδικότητα, διορατικότητα, δημιουργικότητα, χρήση των δύο ποδιών, εξαιρετική τεχνική, γρήγορη εκτέλεση, παιχνίδι με τη μία, έλεγχος μπάλας, γκολ, ασίστ, εφόρμηση στην περιοχή, πειθαρχία και αφομοίωση διαφορετικών συστημάτων, πείρα, ισχυρή προσωπικότητα είναι αυτά που έχει να προσφέρει στην ομάδα του. Ο αργός ρυθμός του ελληνικού ποδοσφαίρου με τις μεγάλες παύσεις στην εξέλιξη του αγώνα μπορούν να τον βοηθήσουν να δείξει την ποιότητά του σε θέσεις όπως δεύτερος επιθετικός ή επιτελικός μέσος.

Η ανάδειξη

Τα επτά γκολ σε 17 συμμετοχές με τη φανέλα της Βάλουρ Ρέικιαβικ ήταν αρκετά ώστε η PSV Αϊντχόφεν, που το 1995 βρισκόταν σε διαδικασία... παιδομαζώματος, να τον πάρει. Οι ιθύνοντες του συλλόγου περίμεναν πολλά από τον Ισλανδό επιθετικό και τον «κοκαλιάρη» Βραζιλιάνο πιτσιρικά Ρονάλντο. Ο Γκουντγιόνσεν, πάντως, δεν είχε την ευκαιρία.

Αρχικά λόγω κατάγματος στην περόνη έμεινε εκτός για σημαντικό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια διαγνώστηκε τενοντίτιδα. Ο ολλανδικός σύλλογος τον απελευθέρωσε και ο «Γκούντι» επέστρεψε στην πατρίδα του και την KR Ρέικιαβικ. Το ταλέντο, όμως, δεν κρύβεται. Η Μπόλτον τον απέκτησε το 1998 και στο πρόσωπό του βρήκε μια αξιόπιστη επιθετική λύση. Με 26 γκολ σε 73 συμμετοχές έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία των «τρότερς» από την Τσάμπιονσιπ στην Πρέμιερ Λιγκ.

χοντας «φτιάξει» όνομα στην Γηραιά Αλβιόνα ήταν δεδομένο πως κάποια ομάδα θα πλήρωνε την οικονομικά προβληματική -για την εποχή- Μπόλτον για να τον αποκτήσει. Αυτή ήταν η Τσέλσι και της κόστισε περίπου πέντε εκατομμύρια ευρώ.

Τέσσερις ομάδες σε δύο σεζόν

Επόμενος σταθμός η Μονακό, αφότου η Μπαρτσελόνα δεν μπορούσε ν' αντέξει το βαρύ συμβόλαιό του -περίπου 3 εκατ. ευρώ- για αναπληρωματικό ποδοσφαιριστή. Στον γαλλικό σύλλογο δεν έπιασε και επέστρεψε στην Αγγλία και την Τότεναμ ως δανεικός προκειμένου να προσθέσει ποιότητα στο ρόστερ. Υπό τις οδηγίες του Χάρι Ρέντναπ έγινε μια πολύτιμη λύση από τον πάγκο τη σεζόν που οι «σπερς» εξασφάλισαν τη συμμετοχή τους στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ηταν εμφανές, δε, πως πλέον δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στον έντονο ρυθμό της κορυφαίας αγγλικής κατηγορίας, κάτι που διατρανώθηκε την αγωνιστική περίοδο που ολοκληρώθηκε.

Αρχικά, η Στόουκ πόνταρε πάνω του υπογράφοντας μονοετές συμβόλαιο την τελευταία ημέρα του μεταγραφικού παράθυρου, μολονότι δεν είχε κάνει προετοιμασία. Ακολούθησε προσωπικό πρόγραμμα προπόνησης, αλλά δεν κατάφερε να βρει ρυθμό και δόθηκε δανεικός στη Φούλαμ. «Εγραψε» κάποιες συμμετοχές χωρίς να πραγματοποιήσει κάτι ιδιαίτερο, γι' αυτό και η ομάδα του «Κρέιβεν Κότατζ» δεν κινήθηκε για να τον αποκτήσει. Η Στόουκ τον άφησε ελεύθερο με τη λήξη της συνεργασίας τους.

Πηγή: Goal

  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK