Από τις χαμένες βολές του Σισκάουσκας μέχρι το χρυσό «πεταχτάρι» του Γιώργου Πρίντεζη, με ηχητική επένδυση τα ουρλιαχτά 16.000 θεατών, το «έλα Βασίλη» του Συρίγου και το καρδιοχτύπι που επιστρέφει με κάθε επαναληπτική προβολή, μολονότι όλοι γνωρίζουν το αποτέλεσμα.
Στο μέλλον, αυτή η φάση θα γίνει σημείο αναφοράς και θα συμπυκνώνει, σε 20-25 δευτερόλεπτα, την ακροβασία του Ολυμπιακού στην κορυφογραμμή, αν όχι συνολικά των ελληνικών ομάδων. Μόνο το τρίποντο του Διαμαντίδη στο Βελιγράδι φέρνει παρόμοια έκρηξη συναισθημάτων. Το ξαναβλέπω σήμερα, 8 χρόνια μετά, και φοβάμαι ότι η καρδιά μου θα σπάσει.
Το αγαπημένο μου βίντεο από τον τελικό του 2013 δεν είναι το ποτ πουρί των 5 τριπόντων του Σπανούλη ούτε η τάπα των Παπανικολάου - Χάινς στον ανυποψίαστο Μίροτιτς. Αυτό που παρακολουθώ ξανά και ξανά στο Youtube είναι το «μπραβίσιμο» του αρχηγού στους παίκτες της Ρεάλ. Ετσι μου αρέσει εμένα το ελληνικό μπάσκετ. Οχι εκδικητικό, αλλά γενναιόψυχο. Οχι αλήτικο, αλλά «αλανιάρικο». Οχι οξύθυμο, αλλά ψύχραιμο. Οχι σαν το ποδόσφαιρό μας ούτε σαν την κοινωνία μας, αλλά πιστό στο ήθος και στη διαύγεια πνεύματος που κάνει τους ξένους να αναρωτιούνται αν είναι όντως ελληνικό.
Είχαν προηγηθεί προκλήσεις, κραυγαλέες, από την απέναντι πλευρά. Ο Αμερικανός Σλότερ και ο Ρούντι Φερνάντεθ σημάδεψαν τον Σπανούλη και τον σταμάτησαν με βρόμικα φάουλ, από αυτά που πυροδοτούν γρονθοπατινάδες. Ηταν, προφανώς, η τελευταία ζαριά της νικημένης Ρεάλ: προσπάθησε να κάνει το παιχνίδι «ροντέο», μήπως επιβιώσει με τίποτα τεχνικές ποινές, αποβολές και καταιγίδα ελευθέρων βολών. Παλιό το κόλπο, δεν παρέσυρε κανέναν.
Ο Σπανούλης έδωσε τόπο στον φυσιολογικό θυμό του, σκέφτηκε ενδεχομένως ότι αυτά τα χτυπήματα ήταν επιλογή τακτικής και φόρεσε το καπέλο του πρεσβευτή. Πλησίασε στον πάγκο των Ισπανών πριν ακόμη φορέσει το μετάλλιό του. Και συνεχάρη («good game») τους μελαγχολικούς παίκτες της Ρεάλ, έναν προς έναν, χωρίς να εξαιρέσει τον «ξινό» Ρούντι. Πήδηξε μάλιστα πίσω από τις διαφημιστικές πινακίδες, ώστε να τους πλησιάσει όλους χωρίς να παραλείψει κανέναν.
Ο Σέρχι Ροντρίγκεθ αγκάλιασε τον Σπανούλη, ο Φελίπε Ρέγες τον χαιρέτησε θερμά με βλέμμα ευχάριστης έκπληξης, ο Σλότερ ψέλλισε κάτι ανάμεσα σε «sorry» και σε «thanks». Μόλις το σχετικό βίντεο ανέβηκε στο Διαδίκτυο, το Youtube πλημμύρισε με μηνύματα σεβασμού και θαυμασμού. Ο μεγάλος παίκτης παραμένει μεγάλος και όταν απομακρύνεται από τον αγωνιστικό χώρο.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μελετήσει τους κορυφαίους Ελληνες μπασκετμπολίστες αυτής της γενιάς και θα τους επαινέσει ξεχωριστά για τον χαρακτήρα τους. Ο Σπανούλης, ο Παπαλουκάς, ο Διαμαντίδης, ο Ζήσης, ο Φώτσης και οι υπόλοιποι, με τα όποια ανθρώπινα ελαττώματά τους και τις σκόρπιες παρασπονδίες τους, αποτελούν κοσμήματα για τον χώρο, ζωντανή διαφήμιση για την ταλαίπωρη πατρίδα τους.
Πριν από αυτούς κράτησαν ψηλά τη σημαία ο Αλβέρτης, ο Παπανικολάου, ο Σιγάλας, ο Οικονόμου, ο Γαλακτερός, για να μην επιστρέψουμε στη γενιά του Γκάλη και του Γιαννάκη. Ας χάνουν πότε πότε κανένα σουτ, δεν πειράζει. Αλλιώς μετριέται το μεγαλείο.
Πηγή: SportDay