Άλλο είναι να ξέρεις το επικείμενο κακό και άλλο να γίνεται πραγματικότητα. Η επικύρωση ενός ακόμη πρωταθλήματος «ντυμένου ερυθρόλευκα», όσο αναμενόμενο και προβλεπόμενο να ήταν εδώ και μήνες, ίσως και αποδεκτό από το… περασμένο καλοκαίρι, για τους αντιπάλους του, που στο βάθος γνώριζαν την τεράστια διαφορά δυναμικότητας, είναι από το σαββατόβραδο… αιχμηρό αντικείμενο στην καρδιά της μισής Ελλάδας.

Θλίψη και κατήφεια, ο μόνιμος προβληματισμός και η απόγνωση του «φίλαθλου τόξου» της χώρας που δεν υποστηρίζει Ολυμπιακό και συνειδητοποιεί ότι το πλήρωμα του χρόνου σε διάσταση δύο δεκαετιών, είναι αμείλικτο και σκληρό απέναντι τους.
Οι 41 τίτλοι (37 όλοι οι άλλοι!) συνολικά στην «4άστερη…plus» (πλέον) ιστορία του πειραϊκού συλλόγου και σχεδόν το απόλυτο…μείον μόλις δύο «ασυνέπειες» στο θριαμβευτικό κύκλο 17 ετών, για το με… σπασμένα φρένα θριαμβευτικό εξπρές του Ολυμπιακού, υπογράφει τον αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Και χωρίς αμφιβολία, επιβεβαιώνει τον πρόεδρο της UEFA, Μισέλ Πλατινί, ο οποίος τόσο κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στην Ελλάδα, όσο και κατά τη ιδίαν συνάντηση του με τους ανθρώπους του Παναθηναϊκού στη Νιόν, πρότρεψε άπαντες να ΟΜΟΙΑΣΟΥΝ στους «ερυθρόλευκους».

Ναι, το μαθηματικό σφράγισμα τίτλου (και) για την τρέχουσα σεζόν ήταν η επιβεβαίωση του ενός προτύπου το οποίο έχει να επιδείξει η ποδοσφαιρική Ελλάδα για κάτι παραπάνω από μιάμιση δεκαετία.
Η Ευρώπη άκουσε για τον Ολυμπιακό, τον είδε και τον έμαθε μέσα από το Champions League και την αδιάλειπτη παρουσία του στη διοργάνωση, ξέρει πια μόνο μια ομάδα από την πατρίδα μας.
Είναι το πρώτο και μοναδικό όνομα που έρχεται στο μυαλό του Ευρωπαίου φιλάθλου, όταν αναφέρεται στο status της Ελλάδας σε συλλογικό επίπεδο.
Η Εθνική, η πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2004 και ακολούθως ο Ολυμπιακός, συγκεντρώνουν τους υψηλούς αριθμούς δημοτικότητας και δημοφιλίας από αυτή τη μικρή χερσόνησο του μεσογειακού χάρτη.
Αυτή είναι η μεγάλη κατάκτηση των «ερυθρολεύκων», που ξεπηδά από τους τίτλους και τα ρεκόρ που σαρώνουν εδώ και 17 χρόνια, υφαίνοντας παράλληλα, σταθερά και ανερχόμενα, το δικό τους αστέρι στο «σεντόνι» του Champions League.

Αυτό ήταν το ένα ουσιώδες σκέλος στην αναμέτρηση με τον Πανθρακικό. Το δεύτερο αφορούσε στην πρόβα τζενεράλε ενόψει του ιστορικού ευρωπαϊκού ραντεβού με την πρόκριση στο «Ολντ Τράφορντ».
Όταν στα δύο ντέρμπι που ακολούθησαν της μεγαλειώδους εμφάνισης και του 2-0 κόντρα στη Γιουνάιτεντ, οι παίκτες του Μίτσελ παρουσιάστηκαν εμφανώς… αλλοπαρμένοι, τι να ανέμενε κανείς παραμονές της ρεβάνς στο Μάντσεστερ, ενάντια σε έναν αντίπαλο πολύ του «χεριού του»;
Αν υποστήριζε ότι θα έβλεπε… ποδοσφαιρικό σόου, θα ήταν εντελώς εκτός πραγματικότητας.
Ένα κλασικό ματς πρωταθλήματος, τυπικής διαδικασίας – βάση της χαώδους απόστασης των «ερυθρολεύκων» από τους άλλους – που με τις κενές εξέδρες στο ντεκόρ (λόγω της τιμωρίας) τη μετέβαλαν σε ακόμα πιο διαδικαστικό 90άλεπτο.

Όχι εντυπωσιακοί, αλλά απολύτως πειστικοί

Μολαταύτα οι πρωταθλητές, μπορεί να μην έκρυψαν την μπάλα, ωστόσο έβαλαν στην άκρη για λίγο τις βαθιές σκέψεις για τον τρόπο που θα υλοποιήσουν το ασύλληπτο όνειρο τους στο «Θέατρο των Ονείρων», την Τετάρτη, χτίζοντας μια στατιστική στο παιχνίδι, η οποία είναι αποστομωτική:
23 τελικές (οι 16 στην εστία), ένα δοκάρι (πόσο αδίκησε η φάση τον Τσόρι με τη δύναμη και τα μαεστρικά φάλτσα που έβαλε!), 13 κόρνερ (έναντι μηδενός των φιλοξενούμενων), 72% κατοχή και τον Ρομπέρτο όχι μόνο να μην έχει λερώσει τα γάντια του, αλλά να είναι κυριολεκτικά θεατής.
Ο Πανθρακικός - που έπαιζε και με 10 από το 42ο λεπτό – εξαιτίας της αποβολής του αρχηγού του (Σαρακατσάνου) ο οποίος πλην του ότι είχε δει νωρίτερα κίτρινη, πήγε επικίνδυνα, με τις τάπες του προτεταμένου ποδιού του πάνω στον Βαλντές και εύκολα θα μπορούσε να είχε πάρει την άγουσα και με απευθείας κόκκινη για την ενέργειά του και με όλους τους παίκτες πίσω από τη σέντρα, είναι η μοναδική ομάδα που πέρασε από το Φάληρο και δεν πάτησε ούτε για δείγμα «ερυθρόλευκη» περιοχή.

Το μοτίβο ίδιο και απαράλλαχτο σε όλο τον αγώνα. Από το πρώτο δευτερόλεπτο ο Ολυμπιακός συνεχώς επιτιθέμενος, με την κίνηση κάτω από τη σέντρα, στα όρια, τριγύρω και μέσα στην περιοχή του Πανθρακικού.
Η κυκλοφορία, το passing game και η γενική εικόνα των πρωταθλητών εμφανώς ανώτερη στο δεύτερο μέρος, όπου ο Μίτσελ όσο και να θέλει, νομίζω, δεν μπορεί και πολύ να κρύψει κάποια δεδομένα χαρτιά του για το σούπερ ματς στην Αγγλία.
Όπως συνηθίζει ο Ισπανός τεχνικός, παραμονές Champions League, τεστάρει το βαθμό ετοιμότητας των παικτών που έχει κατά νου να συμπεριλάβει στην 11άδα.

Μάρκανο, Σαβιόλα, βέβαιοι και αμφίβολοι

Προφανώς λοιπόν και η αλλαγή του βέβαιου για την ερχόμενη Τετάρτη, Πέρες, με τον Φουστέρ να μπαίνει και να έχει μπροστά του μισή ώρα ματς, αλλά και την ψυχραιμία να σκοράρει από την άσπρη βούλα για το 2-0 στο 90’, έγινε με το βλέμμα στο Μάντσεστερ.
Ο Ισπανός πολυχρήσιμος ποδοσφαιριστής αναμένεται για μένα να είναι στο σχήμα, όπως π.χ. να επιστρέψουν σ’ αυτό ο Εντινγκά στα χαφ, ο Μανωλάς στο κέντρο άμυνας, ο Σαλίνο στο δεξί άκρο, ασφαλώς ο Τσόρι – ως κορυφαίος πρωταγωνιστής στη μαγευτική βραδιά του 2-0 - στον οργανωτικό ρόλο και να διατηρηθούν ως την τελευταία ώρα οι αμφιβολίες για το αν θα είναι fit εν τέλει ο Ιβάν Μαρκάνο, αλλά και για το ποιος θα επιλεχθεί για σέντερ φορ.

Ίσως ο Βαλντές, που δεν έχει μεν το σπριντ, αλλά έχει το μπόι, που πάντα χρειάζεται να επιστρατευθεί όταν αντιμετωπίζεις Βρετανούς οι οποίοι θα «γεμίζουν» πέρα πάσης αμφιβολίας.
Ίσως όμως ο Κάμπελ, καταχρηστικά, τον οποίο δοκιμάζει τελευταία στο Ρέντη ο Μίτσελ γι’ αυτή τη θέση.

Ωστόσο ο κορυφαίος μπελάς του τεχνικού των πρωταθλητών είναι κατά τη γνώμη μου ο βαθμός ετοιμότητας του Μαρκάνο και όχι τόσο του Σαβιόλα (αναφέρομαι στις δύο προβλεπόμενες επιστροφές από τραυματισμούς).
Ο Αργεντινός έχει ένα μήνα εκτός δράσης και δύσκολα πιστεύω προορίζεται για βασικός, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τον πανύψηλο Ισπανό στόπερ.
Ο Μαρκάνο βρίσκεται από το ημίχρονο του αγώνα με τον Παναθηναϊκό και φουλάρει να δώσει το παρών γιατί πράγματι το δίδυμο που συνθέτει με τον Μανωλά είναι ταιριαστό και ό,τι καλύτερο μπορεί να επιδείξει ο Ολυμπιακός απέναντι σε Φαν Πέρσι, Ρούνι και όλο το «βαρύ πυροβολικό» της Γιουνάιτεντ.