Οι βομβαρδισμοί στη Σερβία ξεκίνησαν στις 24 Μαρτίου 1999 με αφορμή τα γεγονότα στο Κοσσυφοπέδιο, με κατηγορίες εναντίον των Σέρβων για «γενοκτονία» των Αλβανών κατοίκων της περιοχής. Μάλιστα είναι το ΝΑΤΟ το οποίο αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει τους βομβαρδισμούς. Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται από την τάση μετάβασης της ισχύος σε διεθνές επίπεδο από τα Ηνωμένα Έθνη (ΟΗΕ) στο ΝΑΤΟ. Έτσι οι διεθνείς επιχειρήσεις δεν πραγματοποιούνται πλέον υπό την σαφώς πιο δημοκρατική και «συναινετική» εκδοχή τους που αποτελούν τα Ηνωμένα Έθνη, αλλά από το ΝΑΤΟ το οποίο είναι το απότοκο του Ψυχρού Πολέμου από την πλευρά της Δύσης και σταδιακά αναδεικνύεται μετά τη διάλυση του «Συμφώνου της Βαρσοβίας» ως ο βασικός παράγοντας και το βασικό πεδίο άσκησης της Διεθνούς Πολιτικής. Είναι η εποχή που οι προσπάθειες ήδη από το 1995 για τη δημιουργία του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) φαίνεται πως δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς όλη η ισχύς πέρασε σταδιακά στο ΝΑΤΟ και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί ένα βήμα για την ουσιαστική πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.
Είναι η εποχή επίσης που το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προσπαθεί να επιτύχει την σύγκλιση των οικονομικών των Ευρωπαϊκών χωρών για τη συμμετοχή τους στην ΟΝΕ με την υιοθέτηση του Ευρώ. Η βασική συνθήκη η οποία χαρακτήρισε αυτή την πορεία είναι η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 η οποία έθεσε τα κριτήρια συμμετοχής στην ΟΝΕ για τις υπό ένταξη χώρες. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ υπογράφεται δυο μόλις χρόνια μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και εκφράζει το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού που τείνει να κυριαρχήσει πλέον σε όλη την Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με τον Νόαμ Τσόμσκι, το βασικό ζήτημα της επέμβασης στη Σερβία δεν ήταν η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων αλλά το γεγονός ότι η χώρα «δεν ακολουθούσε τις απαιτούμενες κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που σημαίνει ότι ήταν η τελευταία γωνία της Ευρώπης δεν είχε υποτάξει τον εαυτό της στα καθοδηγούμενα από τις ΗΠΑ νεοφιλελεύθερα προγράμματα, επομένως έπρεπε να εξαλειφθεί».
Στην Ελλάδα η είδηση για την απόφαση για την επέμβαση στη Σερβία προκάλεσε ανησυχία. Και αυτό γιατί η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης ήταν αντίθετη με τους βομβαρδισμούς ως «παραδοσιακή» σύμμαχος η Σερβία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η κοινή θρησκεία. Οι χειρισμοί της τότε κυβέρνησης είναι ενδεικτικοί. Η εκλογή του Κώστα Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το 1996 είχε ως αποτέλεσμα την «ρεαλιστική» και «ευρωπαϊκή» στροφή του πάλαι ποτέ σοσιαλιστικού Κινήματος. Έτσι, χωρίς να συμμετέχει άμεσα στη διαδικασία με στρατό, η ελληνική κυβέρνηση δεν προβάλλει καμία αντίσταση στο ΝΑΤΟ.
Αντίθετα, αυτή που ορθώνει το ανάστημά της σε αυτή την πολιτική και εκφράζει τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών είναι η ΑΕΚ η οποία διοργανώνει και συμμετέχει σε φιλικό αγώνα στο Βελιγράδι με την Παρτίζαν τη Μεγάλη Τετάρτη στις 7 Απριλίου 1999 εν μέσω των βομβαρδισμών. Ήταν μια κίνηση συμπαράστασης προς το λαό της Σερβίας και αποδείκνυε έμπρακτα την αλληλεγγύη του ελληνικού λαού. Στη συνείδηση των όσων είμαστε ΑΕΚ αυτή η ενέργεια δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με όλους τους αθλητικούς τίτλους. Είναι στιγμές που ο αθλητισμός ξεπερνά τον οπαδισμό και τις ανάγκες του αγωνιστικού ρεαλισμού και αναδεικνύεται ως ιδεώδες. Σε μια συνέχεια του ότι ο αθλητισμός ενώνει δεν χωρίζει, όπως στην αρχαία Ελλάδα όταν στους Ολυμπιακούς αγώνες σταμάταγαν για όσο διαρκούσαν οι αγώνες οι εχθροπραξίες μεταξύ των πόλεων.
Στα νεότερα χρόνια, η διπλωματία μέσω του αθλητισμού δοκιμάζεται το 1971 όταν διαμέσου ενός αγώνα πινγκ πονγκ μεταξύ της κομμουνιστικής Κίνας του Μάο και των ΗΠΑ με Πρόεδρο των Νίξον επιχειρείται και τελικά στέφεται με επιτυχία η προσέγγιση των δυο αυτών – ιδεολογικά και πολιτικά αντίθετων – χωρών. Η «διπλωματία του πινγκ πονγκ» όπως έμεινε στη ιστορία της διπλωματία και της πολιτικής. Και μπορεί στην περίπτωση της ΑΕΚ κάτι τέτοιο να μην έγινε πράξη, αλλά δεν παύει να είναι μια στιγμή βαθιά χαραγμένη σε όσους την έζησαν όταν ο αγώνας διακόπηκε οριστικά όταν οι θεατές «εισέβαλλαν» στον αγωνιστικό χώρο για να αποθεώσουν τους παίχτες και των δυο ομάδων.
Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν το Κοσσυφοπέδιο από το 1999 να φύγει από την κυριαρχία της Σερβίας, να εισέλθει υπό την «κηδεμονία» των Ηνωμένων Εθνών και να ανακηρυχθεί ως κυρίαρχη χώρα τον Φεβρουάριο του 2008. Παρά το γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί από όλες σχεδόν τις χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της τέως Γιουγκοσλαβίας (εκτός από τη Σερβία και τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη) , το πρόβλημα και οι πληγές του πολέμου παραμένουν ανοιχτές, καθώς μόνο η ειρηνική επίλυση των διαφορών μπορεί να εγγυηθεί μια κοινά αποδεκτή λύση που αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης.
Ο Χρύσανθος Τάσσης διδάσκει Πολιτική Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης