Στα 35 του και ύστερα από 25 χρόνια στη Μπάγερν Μονάχου και 14 στην εθνική Γερμανίας, ο Τόμας Μιούλερ δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι θα κάνει, όταν μεγαλώσει, αλλά προς το παρόν το βέβαιο είναι ότι η Μπάγερν του κοινοποίησε πως δεν προτίθεται να του ανανεώσει το συμβόλαιο για έναν ακόμη χρόνο. Δεν πειράζει. Δεν έχει καμία πρεμούρα, ούτε και ιδιαίτερες, πλέον βλέψεις. Με τους «Κόκκινους» και την εθνική του κατέκτησε τα πάντα, σε σημείο μάλιστα βαρεμάρας οπότε είτε το ένα, είτε τα δύο επιπλέον χρόνια καριέρας δεν θ’ άλλαζαν απολύτως τίποτα απ’ αυτό που υπήρξε και, κυρίως συμβόλισε.
Διαβάστε επίσης...
Από μία παλαιότερη έρευνα προέκυψε πως μετά τα επίθετα Σμιντ, Σνάιντερ και Σουμάχερ, το πλέον διαδεδομένο και αναγνωρίσιμο στη χώρα ήταν το «Μιούλε», όπως προφέρεται ακριβέστερα στη γερμανική γλώσσα. Σε καμία περίπτωση Μίλερ, όπως ο μεγαλύτερος όλων Γκερντ, ούτε και Μιούλερ όπως ο Τόμας που προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε να πλησιάσει, σε αριθμό τερμάτων τον κατεξοχήν «Bomber» της δεκαετίας του ’70.
Πολλοί θα σκεφτούν, ασήμαντες (όχι όμως και τόσο) οι γλωσσικές λεπτομέρειες: εδώ ακόμη επιμένουμε να τη γράφουμε Γιουνάιτεντ, ενώ δεν υπάρχει Άγγλος που να μην την προφέρει «Γιουνάιτιντ». Νότιγχαμ, αντί για Νότινγκαμ, μαφία, αντί για μάφια. Όλες τους ασήμαντες λεπτομέρειες, σύμφωνοι μπροστά σ’ αυτό που οι δύο «Μιούλε» αντιπροσώπευσαν για το γερμανικό ποδόσφαιρο, τόσο για τη Μπάγερν, όσο για την εθνική.
Κι ενώ για τον Γκερντ, που υπήρξε και ο πρώτος του προπονητής στους πιτσιρικάδες της Μπάγερν έχουν χυθεί ατελείωτα σεντόνια μελανιού, για τον ντροπαλό, συνεσταλμένο και κάθε άλλο από επηρμένο Τόμας γνωρίζαμε τα βασικά, έως και ελάχιστα.
Για παράδειγμα γνωρίζαμε, ότι πριν τον προσπεράσει ο Τόνι Κρος είχε υπάρξει ο Γερμανός ποδοσφαιριστής που είχε κατακτήσει τους περισσότερους τίτλους (32), από τους οποίους 12 Bundesliga, 6 Κύπελλα και 8 γερμανικά Σούπερ Καπ. Δύο Champions League, 2 ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ και 2 Παγκόσμια Πρωταθλήματα Συλλόγων. Του λείπει μόνο το ολυμπιακό μετάλλιο, εμμέσως, πλην, σαφώς όμως κι κείνο το κατέκτησε πέρυσι στο Παρίσι ένα άλογό του…
Γνωρίζαμε επίσης ότι μεταξύ Μπάγερν και εθνικής πέτυχε περισσότερα από 350 γκολ, σε όλες τις διοργανώσεις, πάνω, κάτω τα μισά απ’ ότι ο συνονόματος Γκερντ. Ότι παίζει στη Μπάγερν από τα 10 του και ότι μαζί με τους Τόττι (Ρόμα), Μαλντίνι (Μίλαν), Ματσόλα (Ίντερ) ή Μπουλγκαρέλλι (Μπολόνια) είναι αυτό που αποκαλούμε «αληθινή σημαία», γιατί δεν άλλαξε ποτέ του φανέλα ή στρατόπεδο.
Δεν γνωρίζαμε όμως ότι ήταν ντροπαλός και συνεσταλμένος. Ότι δεν αισθανόταν καλά με τον εαυτό του, το σωματότυπο «οδοντογλυφίδας» απλωμένο σε 185εκ. ύψους και 75κιλών βάρους το οποίο συνερχόταν μόνο ύστερα από ένα γκολ. Και που δεν τραυματιζόταν ποτέ γιατί, όπως του έλεγαν δεν είχε μύες.
Ότι τον Μάρτιο του 2010, ύστερα από ένα φιλικό Γερμανίας- Αργεντινής, ο Ντιέγκο Μαραντόνα, τότε ομοσπονδιακός τεχνικός της «Albiceleste» σηκώθηκε και έφυγε από τη συνέντευξη Τύπου αρνούμενος ν’ απαντήσει σε ερωτήσεις «με αυτόν τον πιτσιρικά δίπλα μου». Και όταν του είπαν πως ήταν διεθνής ποδοσφαιριστής, επέστρεψε, αλλά τα έκανε ακόμη χειρότερα λέγοντας «τον είχα περάσει για ball- boy».
Όσοι προπονητές και να πέρασαν κατά τη διάρκεια της καριέρας του, από τους Κλίνσμαν, Φαν Γκαλ, Γκουαρντιόλα, Αντσελόττι, Λεβ, Νάγκελσμαν ή Φλικ άπαντες συμφωνούσαν ότι ο Τόμας είναι αναντικατάστατος και ότι ανέκαθεν θα πρέπει να παίζει. Εκτός από τον Νίκο Κόβατς που ύστερα από έξι συνεχόμενους πάγκους κλήθηκε από τη διοίκηση να περάσει να πάρει την αποζημίωσή του.
Μίλερ, λοιπόν Μιούλερ ή Μούλε, δεν έχει καμία απολύτως σημασία όσο ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ετοιμάζεται, ύστερα από 25 χρόνια να παραδώσει, νομοτελειακά τη σκυτάλη της Μπάγερν σε μία νεότερη φουρνιά, εκτός κι αν το ξανασκεφτούν και τον επιβραβεύσουν μ’ έναν ακόμη χρόνο.