Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία υποχρεώθηκε από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών της 28ης Ιουνίου του 1919 σχεδόν να αφοπλιστεί, μειώνοντας τον στρατό της σε 100.000 ενώ της απαγορεύτηκε να έχει αεροπορία. Με την πάροδο του χρόνου, άρχισε κρυφά στην αρχή και φανερά μετά το 1933 που ανέλαβε ο Χίτλερ να εξοπλίζεται χωρίς καμία αντίδραση από τα κράτη που την είχαν νικήσει, κυρίως από την Αγγλία και τη Γαλλία. Έτσι μπόρεσε να ξεκινήσει πανέτοιμη τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της, η Γερμανία υποχρεώθηκε από τη Συμφωνία του Πότσδαμ της 1ης Αυγούστου του 1945 στη διαίρεση της χώρας σε ζώνες κατοχής, στην κατάργηση των ενόπλων δυνάμεών της και στη δραστική μείωση της βιομηχανικής της παραγωγής ώστε να μην μπορεί να παράγει εξοπλισμούς. Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και του πολέμου στην Κορέα το 1950 τα μέτρα αυτά χαλαρώνουν, αίρονται οι περιορισμοί στην βιομηχανία και ιδίως ως προς τον χάλυβα κι επιτρέπεται σταδιακά ο εξοπλισμός της. Το 1955, η Γερμανία γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ.
Με τη Συνθήκη της Τελικής Διευθέτησης του Θέματος της Γερμανίας το 1990 (ονομάστηκε και Συνθήκη 2+4) έγινε πρόβλεψη για ορισμένα περιοριστικά μέτρα ως προς τους εξοπλισμούς της Γερμανίας. Το άρθρο 3 της Συνθήκης απαγορεύει τη χρήση ή την παρασκευή πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων ενώ η ενωμένη πλέον Γερμανία παραμένει συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης περί μη διασποράς πυρηνικών όπλων. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι ο γερμανικός στρατός δεν θα μπορεί να υπερβεί τα 370.000 άτομα. Το άρθρο 5 απαγορεύει τη στάθμευση ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και την τοποθέτηση πυρηνικών όπλων στον χώρο της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.

Κι όμως, ενώ η Γερμανία ήταν υπεύθυνη για τους δύο καταστροφικούς για την ανθρωπότητα παγκοσμίους πολέμους, ενώ της επιβλήθηκαν πολλές κυρώσεις από τις νικήτριες δυνάμεις και θα περίμενε κανείς από τα ευρωπαϊκά κυρίως κράτη να έχουν στραμμένη την προσοχή τους σε μια χώρα που είχε επιδείξει δύο φορές πολεμοχαρή ένστικτα, βρισκόμαστε το 2025, με αφορμή το Ουκρανικό, μπροστά σε ένα ισχυρό γερμανικό κράτος, έτοιμο να διαθέσει σχεδόν 1 τρις ευρώ για εξοπλιστικές δαπάνες και να διαδραματίσει, γιατί όχι και εδαφικά, ένα σοβαρό ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή. Κι αυτό, χωρίς καμία αντίδραση από παντού. Και, αναλύουμε:
Μετά την εκλογή του προέδρου Τραμπ και την πρόθεσή του να σταματήσει τη βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ουκρανία και να μεσολαβήσει για το τέλος του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, τα κράτη-μέλη κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένιωσαν ανασφάλεια και ξεκίνησαν τις διαδικασίες για τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής άμυνας για την προστασία της Ευρώπης από άγνωστους εχθρούς, ορίζοντας στην πραγματικότητα τη Ρωσία ως τον πρώτο και πιο επικίνδυνο εχθρό. Σ’ αυτά τα πλαίσια, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία διετέλεσε και υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, υπέβαλε στις 4 Μαρτίου 2025 το σχέδιο “Rearm Europe” του οποίου το όνομα άλλαξε μετά από την αντίδραση της Ιταλίας και της Ισπανίας σε “Readiness 2030”. Ο προϋπολογισμός αυτού του σχεδίου ανέρχεται σε 800 δις ευρώ και η πρόβλεψη είναι ότι η Γερμανία θα πάρει τη μερίδα του λέοντος. Κερδισμένη θα είναι επίσης η Γερμανία (όπως και η Ελλάδα σ’ αυτή την περίπτωση) και από την ρήτρα διαφυγής που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς θα επιτρέπει στα κράτη-μέλη (για τους σκοπούς του σχεδίου) μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για την αύξηση των αμυντικών δαπανών τους χωρίς να παραβιάζονται οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας.
Η Γερμανία είναι οικονομικά και σε πληθυσμό η μεγαλύτερη χώρα της Ε.Ε. Το ΑΕΠ της ήταν το 2024 κατά 50% μεγαλύτερο απ’ αυτό της Γαλλίας που είναι η δεύτερη πιο ισχυρή χώρα της Ε.Ε. Η Γερμανία αποτελεί την μοναδική μεγάλη χώρα της Ευρώπης που δεν είναι υπερδανεισμένη καθώς το χρέος της ανέρχεται σε περίπου 62,5% του ΑΕΠ της. Μ’ αυτή την έννοια, κάνοντας χρήση της ρήτρας διαφυγής για τις δαπάνες άμυνας και υποδομών του σχεδίου “Readiness 2030” η χώρα αυτή θα υλοποιήσει ένα τεράστιο πρόγραμμα 500 δις ευρώ για τις υποδομές κι άλλα 500 δις ευρώ για την άμυνά της. Η συνεργασία της Γερμανίδας προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το Βερολίνο ως προς το θέμα αυτό θεωρείται αυτονόητη αν λάβει κανείς υπόψιν ορισμένες προτάσεις του σχεδίου που ευνοούν περισσότερο τη Γερμανία.
Κάπως έτσι και ερήμην μας λοιπόν παρατηρούμε εμείς οι λαοί της Ευρώπης μια Γερμανία να γιγαντώνεται οικονομικά και εξοπλιστικά, με τους κυβερνήτες μας να σφυρίζουν αδιάφορα μπροστά στον κίνδυνο «να ξυπνήσει το τέρας». Κι αυτό είναι πολύ πιθανόν να συμβεί αν η κλυδωνιζόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση διαλυθεί και η Ιστορία επαναληφθεί, όπως καμιά φορά το συνηθίζει.
Για μας τους Έλληνες μάλιστα η περίπτωση γίνεται ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα καθώς πλησιάζει η 6η Απριλίου, επέτειος της γερμανικής εισβολής στη χώρα μας το 1941, ημερομηνία που μας προτρέπει να θυμηθούμε ότι το Βερολίνο εξακολουθεί να αρνείται να μας καταβάλει το 1 τρις ευρώ και πλέον (με τους τόκους) που μας οφείλει από την περίοδο της Κατοχής για αποζημιώσεις, επανορθώσεις και κατοχικά δάνεια. Όσες είναι με λίγα λόγια οι προγραμματισμένες εξοπλιστικές του δαπάνες, οι επικίνδυνες.
ΠΗΓΗ: Geopolitico.gr