«ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στό μεταίχμιο τουρκοποίησης τῆς Κύπρου» προειδοποίησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος ὁ Β΄, μιλῶντας προχθές στήν «Κυπριακή Ἑστία» τῶν Ἀθηνῶν, στήν Πλάκα. Καί μιλῶντας γιά τό πατριωτικό καθῆκον πού ἔχει ὁ ἴδιος ὡς Ἱεράρχης ἐτόνισε: «Προέχει τό χρέος: Νά ὑποδείξω ὅτι πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε πώς ἐπιδίωξη τῶν Τούρκων εἶναι μιά καί μόνη: ἡ κατάληψη καί τουρκοποίηση ὁλόκληρης τῆς Κύπρου. Καί ὅτι πρέπει νά ἐπικεντρώσουμε ὅλες τίς προσπάθειές μας στήν ἀπόκρουση τοῦ θανάσιμου αὐτοῦ κινδύνου». Θυμίζοντας δέ τά διαχρονικά σχέδια τῆς Ἀγκύρας ἐτόνισε: «Οἱ Τοῦρκοι ἐφαρμόζουν κατά γράμμα, χωρίς νά βιάζονται καί χωρίς νά παρεμποδίζονται ἀπό κανένα, τούς προγραμματισμούς τους γιά τήν Κύπρο, ὅπως ἡ μεγάλη ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἄγκυρας τό 1920 τούς ἔθεσε καί ὅπως ὁ Νιχάτ Ἐρίμ, ὁ πρώην Τοῦρκος πρωθυπουργός, τούς ἀνέπτυξε σέ ὁδικό χάρτη τό 1956, καί πού συνίστανται στήν τελική κατάληψη καί τουρκοποίηση ὁλόκληρης τῆς Κύπρου».

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπευθύνει καί ἄλλες προειδοποιήσεις γιά τήν κρισιμότητα τῶν ἐθνικῶν θεμάτων, ἔθεσε τήν χεῖρα του «ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων», ἐπισημαίνοντας τά ὀλέθρια ἀποτελέσματα πού ἔχει ἡ τακτική τῶν ὑποχωρήσεων. Εἶπε συγκεκριμένως: «Ἡ πεῖρα 50 χρόνων μονομερῶν ὑποχωρήσεων ἀπέδειξε ὅτι οἱ ὑποχωρήσεις δέν ἐξευμενίζουν τόν κατακτητή. Ἄλλες ὑποχωρήσεις θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν καταστροφή, σέ μή ἀναστρέψιμες καταστάσεις».

Ἡ ὁμιλία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου ἦταν ἕνα μάθημα ἱστορίας. Ἀνέφερε ὅλα ὅσα πρέπει νά διδαχθοῦν οἱ ταγοί μας γιά τήν συμπόρευση τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τήν ὀρθοδοξία τόσο στήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα ὅσο καί στήν Μεγαλόνησο, δίδοντας ἔμφαση στήν συμμετοχή τῶν Κυπρίων στούς ἐθνικούς ἀγῶνες. Ἐξῆρε ἄλλως τε τό γεγονός, ὅτι ἡ πατρίδα ἀνάγεται στόν Θεό: «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μιλῶντας στόν Ἄρειο Πάγο, διδάσκει ὅτι ἡ ὕπαρξη ἐθνῶν καί ἐπίγειων πατρίδων ἀνάγεται στόν Θεό: “Ἐποίησεν (ὁ Θεός) ἐξ ἑνός αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπί πᾶν τό πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιρούς καί τάς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν” (Πρ.17,26). Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δέν ἀπαρνεῖται τήν ἀγάπη πρός τήν πατρίδα του».

Ὑπό τό πρῖσμα αὐτό θέτει τίς κυβερνήσεις τῶν ἑλληνικῶν κρατῶν πρό τῶν εὐθυνῶν τους: «Μένει καί ἡ ἡγεσία, ἀπό τήν ὁποία ἀπαιτοῦμε ξεκάθαρες θέσεις καί πλήρη σύμπλευση Ἀθηνῶν – Λευκωσίας στό μεγάλο μας ἐθνικό θέμα. Οἱ καιροί δέν ἐπιτρέπουν οὔτε διχόνοιες, οὔτε ἐγωισμούς. Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ ἡγεσίες μας ὑποτιμοῦν τούς κινδύνους καί δίνουν πίστη σέ “φιλοφρονήσεις” καλῆς γειτονίας πού ἀφήνουν ἐκτεθειμένες ὄχι μόνο τήν Κύπρο ἀλλά καί τό Αἰγαῖο καί ἄλλες περιοχές. Κι ὅμως ὅλο καί δυνατότερα ἀκούγονται οἱ κραυγές ἀπό τήν ἄλλη πλευρά.

Ἄς μήν ἐθελοτυφλοῦμε. Εἶναι βοή ἐπερχόμενης θύελλας. Ἡ ἡγεσία μας (Ἑλλαδική καί Κυπριακή) πρέπει πάντα νά θυμοῦνται τά λόγια τοῦ Βίσμαρκ “Οἱ μεγάλοι πολιτικοί ἀκοῦν πρίν ἀπό τούς ἄλλους τό μακρινό χλιμίντρισμα τῶν ἀλόγων τῆς Ἱστορίας”.

»Θά πρέπει ὅλοι μας νά σκεφτόμαστε μέ δέος μήπως σέ λίγα χρόνια ἡ Ἱστορία ἀποφανθεῖ ὅτι βρεθήκαμε ἀνεπαρκεῖς στό νά χειριστοῦμε τό ἐθνικό θέμα τῆς Κύπρου. Καί ὅτι ἐξ αἰτίας μας χάθηκε (χίλιες φορές, μή γένοιτο!) ἕνα τμῆμα τοῦ Ἔθνους».

Ἰδιαίτερα δέ ἐτόνισε ὅτι «οἱ Ἕλληνες τοῦ νησιοῦ ἐπιμένουμε πεισματικά νά παραμένουμε Ἕλληνες.» Καί συνέχισε: «Ἄν εἴχαμε ἀποφασίσει νά ἀλλαξοπιστήσουμε ὡς πρός τίς ἀξίες καί τόν ἑλληνικό μας πολιτισμό, θά εἴχαμε ἐπιβιώσει ἀπό παλιά ἀμέριμνοι, ὡς προτεκτορᾶτο κάποιας μεγάλης δύναμης. Θά εἴχαμε ἀποτινάξει κάθε ἴχνος ὑπαρξιακοῦ προβληματισμοῦ ὡς πρός τήν ἰθαγένειά μας καί θά ἀπολαμβάναμε τήν εὐτυχία μιᾶς ἀσφαλοῦς λωτοφάγου πολιτείας, πού θά μᾶς πρόσφεραν γενναιόδωροι ἀφεντάδες. Τό ἴδιο καί σήμερα. Ἄν ἐξισλαμιζόμασταν δέν θά εἴχαμε κανένα πρόβλημα. Θά ἀπολαμβάναμε ἀμέριμνοι μιάν ζωώδη εὐημερία».

Κατέληξε δέ ἀναδεικνύοντας τά προβλήματα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς: «Νομίζω πώς ὅλοι ἀντιλαμβανόμαστε πῶς φτάσαμε στό ἀπροχώρητο· καί ὅτι πρέπει νά πάρουμε στούς ὤμους μας τό βάρος τοῦ τρισχιλιετοῦς παρελθόντος μας καί τοῦ ἄπειρου μέλλοντός μας. Σήμερα πού πνιγόμαστε στό κυνήγι τοῦ πλούτου καί τῆς καλοπέρασης πρέπει νά μάθουμε ὅτι πέραν ἀπό τήν οἰκονομία καί τήν εὐημερία ὑπάρχουν μεγαλύτερες δυνάμεις πού κινοῦν τό ἔθνος ὅπως εἶναι ἡ ἐθνική ταυτότητα, ἡ θρησκεία, ὁ πολιτισμός. Ἐρχόμαστε, ὡς Κυπριακός Ἑλληνισμός, ἀπό πολύ μακριά καί θά συνεχίσουμε τό ταξίδι μας στά βάθη τῶν αἰώνων πού ἔρχονται. Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καμμία ἰδέα καί καμμία ἰδεολογία ἀνώτερη καί ἱερότερη ἀπό τήν ἰδεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Πατρίδας. Γιά ὅσους ὀρρωδοῦν μπροστά στήν ὑπεροπλία τοῦ κατακτητῆ, ἡ Ἑλληνική Ἱστορία διδάσκει ὅτι ἐγγύηση τῆς νίκης δέν ἀποτελεῖ ὁ ὄγκος τῶν δυνάμεων ἀλλά τό ψυχικό σθένος καί ὁ ἀγῶνας ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν. Ὁ Αἰσχύλος ἔχει ἀποδώσει μέ ἀριστοτεχνικό τρόπο τό νόημα αὐτό ἀπό πολύ παλιά: “Ἐμεῖς μόνο” λέει “σ’ ἀντίθεση μέ τούς βαρβάρους, ποτέ δέν μετρήσαμε τούς ἐχθρούς στήν μάχη”…».

Στήν ἐκδήλωση ὁμίλησε καί ὁ τ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος ὁ ὁποῖος ἐξῆρε τήν «συμπόρευση τῶν Ἀγωνιζόμενων Ἑλλήνων καί τοῦ Κλήρου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας –κατ’ οὐσία στήν συμπόρευση τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων καί τῶν λειτουργῶν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀπό τήν κορυφή της ἕως τήν βάση της.» Ὑπεγράμμισε δέ: «Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι ἡ συμπόρευση αὐτή “περιβλήθηκε” τήν πιό ἐμβληματική –καθότι “θυσιαστική”– ὑπόστασή της κατά τήν διάρκεια τῶν εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων ὠμοτήτων τοῦ αἱμοσταγοῦς ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ μεταξύ 1453 ἕως καί τήν Ἐθνεγερσία τοῦ 1821. Κατ’ ἐξοχήν δέ κατά τήν διάρκεια τῆς Ἐθνεγερσίας τοῦ 1821 καί ἕως τήν τελική εὐόδωσή της μέ τήν δημιουργία τοῦ Νεότερου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὡς πρώτου Ἔθνους-Κράτους στόν εὐρύτερο εὐρωπαϊκό χῶρο».

ΠΗΓΗ: ΕΣΤΙΑ