Την απόφαση ευρωπαϊκών χωρών να συμπεριλάβουν την Τουρκία σε νέες αμυντικές πρωτοβουλίες, παρακάμπτοντας την Ελλάδα, εξετάζεται σε άρθρο του Geopolitico με τίτλο "Τί γυρεύει η Τουρκία στην ευρωπαϊκή στάνη". Η πρωτοβουλία αυτή, με γαλλο-βρετανική ηγεσία, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αμυντικού μηχανισμού μερικώς ανεξάρτητου από τις ΗΠΑ, ως απάντηση στις αμερικανικές προσπάθειες για ειρηνευτική επίλυση της ουκρανικής κρίσης.
Η Τουρκία επιλέχθηκε λόγω τριών κύριων πλεονεκτημάτων:
- Γεωγραφική θέση: Ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, κρίσιμα για τη ναυσιπλοΐα μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου, βάσει της Σύμβασης του Μοντρέ του 1936.
- Εθνική αμυντική βιομηχανία: Η Τουρκία διαθέτει ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, εξασφαλίζοντας στρατιωτική ανεξαρτησία και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της θέση.
- Στρατιωτική δύναμη: Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, εξοπλισμένο κυρίως με εγχώρια μέσα, προσφέροντας αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας στους συμμάχους της.
Αντίθετα, η Ελλάδα, παρά τη συνεπή της στάση ως σύμμαχος, παραγκωνίστηκε, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη επανεξέτασης της στρατηγικής της. Το άρθρο τονίζει ότι οι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από κυνισμό και μακιαβελικές πρακτικές, επισημαίνοντας την ανάγκη για μια πιο ρεαλιστική και ανεξάρτητη ελληνική εξωτερική πολιτική.
Διαβάστε αναλυτικά το άρθρο:
Το τελευταίο διάστημα εντείνονται οι επιθυμίες αρκετών κρατών της Γηραιάς Ηπείρου να συγκροτήσουν έναν ενδοατλαντικό αμυντικό μηχανισμό, μερικώς αδέσμευτο από την αιγίδα των ΗΠΑ. Η σκέψη θερμάνθηκε ένεκα της απότομης και σαφώς ρεαλιστικότερης στροφής της αμερικανικής ηγεσίας αναφορικά με τη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης, η οποία πλέον εργάζεται, προφανώς όχι δίχως σφάλματα, για την κατάπαυση του πυρός και την εγκαθίδρυση μίας διαρκούς και εγγυημένης ειρήνης. Με τις ειρηνευτικές απόπειρες να εξελίσσονται εκατέρωθεν, το πολεμοκάπηλο βρυξελλιανό διευθυντήριο, διαισθανόμενο πως στερείται πλέον την εύνοια του θείου Σαμ, αγωνίζεται παντοιοτρόπως να μειώσει έστω εικονικά τη διαφαινόμενη στρατηγική ήττα επί του πολεμικού, οικονομικού και διπλωματικού πεδίου.
Η συμμαχία των προθύμων που θεμελιώθηκε με γαλλο-βρετανική πρωτοβουλία επέδειξε μία έμπρακτη απαξίωση προς έναν κατά τα άλλα συνεπή σύμμαχο, ο λόγος φυσικά για τη χώρα μας η οποία δεν κλήθηκε καν να συμμετάσχει στη διάσκεψη περί κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Οι Ευρωπαίοι εταίροι μας προτίμησαν να προσθέσουν την ημισέληνο στη συλλογή των σημαιών που σκοπεύουν να συνθέσουν τη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας στην Ευρώπη. Ο προαιώνιος εξ’ανατολών επιβουλέας προσκλήθηκε να μετάσχει στις πρόσφατες διασκέψεις στο Λονδίνο και στο Παρίσι και έτυχε υψηλότερης προτίμησης από τη δεδομένη και τυφλά υπάκουη στα ξένα κελεύσματα, ελληνική διοίκηση. Οι διευθύνοντες του ελληνικού, μάλλον de facto ανεξάρτητου, κράτους είναι ανάγκη να κατανοήσουν πως δεδομένοι σύμμαχοι δεν υπήρξαν ούτε και θα υπάρξουν.
Oι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από κυνισμό και μακιαβελικές πρακτικές οι οποίες είναι απαραίτητο να εντυπωθούν στα μυαλά των κυβερνητών μας ούτως ώστε να γνωρίζουμε πώς μπορεί να δράσει η χώρα μας στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα. Η Τουρκία σε αντίθεση με την Ελλάδα, διαθέτει τρία ισχυρά πλεονεκτήματα που την καθιστούν πιο επιλέξιμη για τη συμμετοχή σε συλλογικά στρατιωτικά εγχειρήματα.
Πρώτον, η γεωγραφική της θέση, τουτέστιν ο έλεγχος των στενών για τη διέλευση των οποίων, είναι απαραίτητη η έγκριση της τουρκικής κυβέρνησης βάση της σύμβασης του Μοντρέ του 1936. Το αναφερόμενο στοιχείο της προσδίδει καταλληλότερη θέση στην δυτική ασπίδα απέναντι στη Ρωσία διότι έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως τεχνητός φραγμός στην κάθοδο της τελευταίας στην ανατολική Μεσόγειο.
Δεύτερον, η διατήρηση εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, της προσφέρει στρατιωτική ανεξαρτησία και της επιτρέπει να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος με τους στρατηγικούς και διπλωματικούς της εταίρους, κάτι που με τα λύπης διαπιστώνουμε πως εκλείπει στην Ελλάδα.
Τρίτον ο όγκος των ενόπλων δυνάμεων της (δεύτερος πιο πολυάριθμος στρατός στο ΝΑΤΟ), τις οποίες αυτοεξοπλίζει χάρις την προαναφερόμενη δική της πολεμική βιομηχανία, της δίνει τη δυνατότητα να παράσχει εγγυήσεις ασφαλείας στους συμμάχους της, γεγονός που η δεδομένη Ελλάδα δεν δύναται.
Επιπρόσθετα τη στιγμή που ο νεοθωμανός γείτονας στελεχώνει και συντηρεί ακατάπαυστα το στρατό, εμείς αποτάσσουμε το νέο αίμα της σχολής των ναυτικών δοκίμων επειδή διέπραξε το φοβερό αμάρτημα να ομολογήσει την αφοσίωσή του στην υπεράσπιση της ιερής επικράτειας. Συγχρόνως εξωθούμε σε παραίτηση πολλά νεοδιόριστα μέλη του στρατιωτικού προσωπικού, μισθοδοτώντας τα, με εξευτελιστικά ποσά που ντροπιάζουν το λειτούργημα και τη στολή τους.
Η έγκριση της Τουρκίας ως ενεργού δρώντα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας θα αναβαθμίσει τη ρόλο της διεθνώς αλλά και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ(επιβεβαίωση και δια στόματος του Γ.Γ. της συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε) και θα εντείνει την ήδη υποβαθμισμένη θέση της χώρας μας. Εάν η Ελλάδα επιθυμεί να αποφύγει μία πρόσθετη γεωπολιτική αυτοχειρία, σαφώς θα πρέπει να τονίσει την απαρέγκλιτη αντίθεσή της σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθώς μπορεί να επικαλεστεί την παράνομη κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από την Τουρκία, δεδομένου πως η Μεγαλόνησος συνιστά επίσημο μέλος της Ε.Ε. Aκόμα ως στενός στρατιωτικός εταίρος των ΗΠΑ, έχουμε συμφέρον να ενισχύσουμε τη διμερή συνεργασία μαζί τους και ιδιαίτερα στην τρέχουσα περίοδο που τυγχάνει να κυβερνάται από την πιο ρεαλιστικά σκεπτόμενη ηγεσία της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Αρκετοί Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν κατ΄επανάληψην ασκήσει κριτική στις πολιτικές καθεστώτος Ερντογάν, συμπεριλαμβανόμενων των Μάρκο Ρούμπιο και της Τούλσι Γκάμπαρντ, με επίκεντρο τις μαξιμαλιστικές τουρκικές αξιώσεις στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου καθώς και για την πολύχρονη γενοκτονική πολιτική εις βάρος των Κούρδων.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει οποιοδήποτε διπλωματικό όπλο διαθέτει στη φαρέτρα της για να μειώσει την εύνοια της Τουρκίας και κυρίως να απαρνηθεί το δεδομένο της εαυτό..